RSS

Αριστοτέλης – Περι Αισθήσεως και Αισθητών

12 Οκτ.

Μετάφραση Π. Γρατσιάτου (εκδόσεις Φέξη 1912)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α’.

Αντικείμενοv της πραγματείας. -Δυνάμεις και ενέργειαι ψυχής – Η αίσθησις ουσιώδες χαρακτηριστικόν των ζώωv.- Αι διάφοροι αισθήσεις.- Όψις και ακοή.
1. Επειδή έχομεν ήδη πραγματευθή περί της ψυχής1 καθ’ εαυτήν και περί των δυνάμεων, τας οποίας έχει έκαστον των μερών αυτής, επόμενον τώρα είναι να εξετάσωμεν περί των ζώων και περί πάντων των εχόντων ζωήν (και περί των φυτών) και να προσδιορίσωμεν ποίαι είναι αι ιδιαίτεραι και ποίαι αι κοιναί ενέργειαι αυτών2. Ας υπόκεινται λοιπόν ως βάσις όσα είπομεν περί ψυχής και ας ομιλήσωμεν περί των λοιπών και πρώτον περί των φύσει πρώτων 3.
2. Φαίνεται δε ότι τα σπουδαιότερα των ζωικών τούτων φαινομένων, και εκ των κοινών και εκ των ιδιαιτέρων 4, είναι τα όντα κοινά και της ψυχής και του σώματος. Τοιαύτα είναι η αίσθησις και η μνήμη 5 και ο θυμός και η επιθυμία και εν γένει η όρεξις και εκτός τούτων και η ηδονή και η λύπη. Διότι ταύτα σχεδόν υπάρχουσιν εις όλα τα ζώα. Προς τούτοις άλλα μεν είναι κοινά εις πάντα τα έχοντα ζωήν, άλλα δε είς τινα μόνον ζώα.
3. Τα. αξιολογώτερα τούτων, αποτελούντα τέσσαρα ζεύγη 6 είναι εγρήγορσις και ύπνος, νεότης και γήρας, αναπνοή και εκπνοή, ζωή και θάνατος.
4. Περί τούτων πρέπει να εξετάσωμεν, τί είναι έκαστον αυτών και διά ποίας αιτίας συμβαίνει.
5. Εις τον φυσικόν ανήκει να εξετάση και περί υγιείας και νόσου, τίνες είναι αι πρώται αρχαί αυτών. Διότι ούτε υγιεία ούτε νόσος είναι δυνατόν να συμβαίνει εις τα όντα, τα όποια είναι υστερημένα ζωής.
Διά τούτο σχεδόν οι πλείστοι των φιλοσοφούντων περί της φύσεως, και εκ των ιατρών εκείνοι, οίτινες αντιλαμβάνονται την τέχνην αυτών κατά τρόπον φιλοσοφικώτερον, εκείνοι μεν εκ της μελέτης της φύσεως καταντώσι τέλος εις την ιατρικήν, οι άλλοι δε αρχίζουσι την τέχνην εκ των νόμων της φύσεως και της εφαρμογής αυτών εις την ιατρικήν.
6. Ότι δε αι ρηθείσαι λειτουργίαι πάσαι είναι κοιναί και της ψυχής και του σώματος, είναι φανερόν. Διότι πάσαι συμβαίνουσιν, άλλαι ομού με την αίσθησιν 7 άλλαι δε διά της αισθήσεως 8. ’λλαι μεν είναι παθήσεις της αισθήσεως, άλλαι δε είναι διαρκείς καταστάσεις αυτής, άλλαι είναι λειτουργίαι προς φύλαξιν και συντήρησιν αυτής 9 και άλλαι είναι φθοραί και στερήσεις αυτής 10. Ότι δε η αίσθησις συμβαίνει εις την ψυχήν διά μέσου του σώματος, τούτο γίνεται φανερόν και διά του λόγου και άνευ του λόγου (διά της πείρας) 11.
7. Αλλ’ έχομεν είπει εν τη περί ψυχής πραγματεία τας θεωρίας ημών περί αισθήσεως και περί του αισθάνεσθαι και διατί συμβαίνει εις τα ζώα τούτο το πάθος. Έκαστον ζώον, καθό ζώον, πρέπει κατ’ ανάγκην να έχη αίσθησιν· διά ταύτης διακρίνομεν το ζώον από παντός όπερ δεν είναι ζώον.
8. Πάντα δε τα ζώα, ατομικώς έκαστον έχουσιν εξ ανάγκης την αφήν και την γεύσιν, την μεν αφήν, διά την αιτίαν την οποίαν είπομεν εις την περί ψυχής πραγματείαν 12, την δε γεύσιν δια την τροφήν. Διότι διά της γεύσεως διακρίνει το ευάρεστον και το δυσάρεστον εις τας τροφάς το ζώον, και ούτως αποφεύγει τας δυσαρέστους τροφάς, επιζητεί δε τας ευαρέστους, και εν γένει ο χυμός 13 είναι πάθος του θρεπτικού μέρους της ψυχής.
9. Αι δε αισθήσεις αι διεγειρόμεναι υπό των εξωτερικών πραγμάτων π. χ. η όσφρησις, η ακοή και η όψις, εις πάντα τα πορευτικά (κινούμενα) ζώα, τα έχοντα αυτάς, υπάρχουσι χάριν της συντηρήσεώς των, όπως προαισθανόμενα την τροφήν επιδιώκωσιν αυτήν, φεύγωσι δε τα κακά και επιβλαβή. Εις δε τα ζώα, τα οποία έχουσι και νόησιν, αι αισθήσεις αύται υπάρχουσι χάριν της ευζωίας· διότι γνωστοποιούσιν εις αυτά πολλάς διαφοράς των πραγμάτων, εξ ων προέρχεται η γνώσις εκείνων τα οποία δύνανται να νοηθώσι και εκείνων τα οποία πρέπει να πραχθώσι (των νοητών και των πρακτικών ιδεών).
10. Εξ αυτών δε τούτων των αισθήσεων η σπουδαιοτέρα και ως προς τας ανάγκας του ζώου και καθ’ εαυτήν είναι η όψις,αλλ’ ως προς τον νουν σημαντικωτέρα είναι, κατά συμβεβηκός όμως 14, η ακοή. Η μεν όψις μας φανερώνει πολλάς και ποικίλας διαφοράς των πραγμάτων, διότι πάντα τα σώματα έχουσι χρώμα· ώστε υπέρ πάσας τας άλλας δια της αισθήσίως ταύτης αισθανόμεθα και τας κοινάς ιδιότητας των σωμάτων, λέγω δε κοινά το σχήμα, το μέγεθος, την κίνησιν, την στάσιν και τον αριθμόν. Η ακοή δε γνωστοποιεί μόνον τας διαφοράς του ήχου 15, είς τινα δε ζώα και τας της φωνής. Αλλ’ η ακοή συντελεί τα μέγιστα εις την νόησιν κατά συμβεβηκός 16, διότι αίτιος της γνώσεως είναι ο προφορικός λόγος, όστις είναι αντιληπτός υπό της ακοής, ουχί όμως καθ’ εαυτόν, αλλά κατά συμβεβηκός. Διότι ο λόγος αποτελείται εκ λέξεων εκάστη δε λέξις είναι σημείον (εννοίας). Διά τούτο, εκ των ανθρώπων οίτινες είναι εκ γενετής εστερημένοι της μιας ή της άλλης των αισθήσεων τούτων, οι τυφλοί είναι νοημονέστεροι των κωφαλάλων 17.
Περί δε της λειτουργίας εκάστης των αισθήσεων έγινε λόγος πρότερον (εν τω περί ψυχής).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β’.

Αναφοραί των αισθήσεων προς τα στοιχεία των σωμάτων. – Εξήγησις του φαινομένου εν τοις οφθαλμοίς, όταν τρίβωνται. – Η όψις δεν είναι, εκ πυρός αλλ’ εξ ύδατος. – Γνώμαι αρχαιοτέρων. – Αποτέλεσμα πληγών επί των οφθαλμών. Η ακοή συνδέεται με τον αέρα, η όσφρησις με το πυρ, η αφή και η γεύσις με την γηv.
1. Περί της λειτουργίας των διαφόρων ειδικών αισθήσεων επραγματεύθημεν πρότερον. Σήμερον φιλόσοφοί τινες 18 ζητούσι σχέσεις των αισθήσεων προς τα στοιχεία των σωμάτων, νομίζοντες ότι ταύτα ευρίσκονται εις τα μέλη του σώματος, εις τα οποία έχουσι την φυσικήν ανάπτυξίν των τα αισθητήρια. Μη δυνάμενοι δε να συνδέσωσι τας αισθήσεις, αίτινες είναι πέντε, με τα στοιχεία, τα οποία είναι τέσσαρα, ευρίσκονται εις αμηχανίαν περί της πέμπτης.
2. Πάντες δε λέγουσιν, ότι η όψις είναι εκ πυρός ένεκα φαινονου (sic), ου αγνοούσι την αιτίαν. Όταν δηλ. πιέζηται και κινήται ο οφθαλμός, φαίνεται ότι σπινθηροβολεί. Αλλά τούτο φυσικώς συμβαίνει εις το σκότος, ή όταν κλείωνται τα βλέφαρα, διότι και τότε γίνεται σκότος. Αλλά τούτο έχει και άλλην δυσκολίαν· εαν δηλαδή δεν είναι δυνατόν, όταν τις αισθάνηται και βλέπη, να μη αντιλαμβάνηται το ορώμενον αντικείμενον, αναγκαίως ο οφθαλμός αυτού πρέπει να βλέπη αυτός εαυτόν 19. Διατί λοιπόν τούτο δεν συμβαίνει εις τον οφθαλμόν όταν ηρεμή;
3. Τα αίτια τούτου και την λύσιν των αποριών και του φαινομενικού γεγονότος ότι η όψις είναι εκ πυρός, δυνάμεθα να εύρωμεν δια των εξής: Τα λεία δηλαδή σώματα φυσικώς λάμπουσιν εις το σκότος, αλλ’ όμως δεν παράγουσι φως, το δε μέρος του οφθαλμού το λεγόμενον μέσον και μέλαν βλέπομεν ότι είναι λείον. Φαίνεται δε πυρ, όταν τρίβηται το όμμα, διότι τότε συμβαίνει το έv όμμα να γίνηται τρόπον τινά δύο. Η ταχύτης της κινήσεως φέρει το αποτέλεσμα τούτο, ώστε φαίνεται άλλο το ορών και άλλο το ορώμενον 20. Διό και το φαινόμενον δεν γίνεται, εάν δεν τριφθή ταχέως το όμμα και αν δεν συμβαίνη τούτο εις το σκότος 21. Διότι το λείον μόνον εις το σκότος λάμπει φυσικώς, ως αι κεφαλαί ιχθύων τινών και το μέλαν της σηπίας (θολός). Επομένως, όταν ο οφθαλμός τρίβηται βραδέως, δεν γίνεται η αίσθησις ούτως, ώστε να νομίζη τις ότι το ορών και το ορώμενον είναι συγχρόνως δύο πράγματα και εν μόνον. Αλλά κατά τον τρόπον εκείνον 22 ο οφθαλμός ορά αυτός εαυτόν, όπως εις κάτοπτρον, όπερ αντανακλά αυτόν.
4. Εάν όμως ο οφθαλμός ήτο πυρ, καθώς λέγει ο Εμπεδοκλής και εγράφη 23 εν τω Τιμαίω, και εάν εγίνετο η όρασις, διότι το φως εξέρχεται εκ του οφθαλμού ως έκ τινος φανού, διατί η όρασις δεν βλέπει και εις το σκότος; Το να λέγη τις, ως ο Τίμαιος, ότι το φως σβύννεται εις το σκότος, αφού εξέλθη εκ του όμματος, είναι παντελής κενολογία. Διότι τί σημαίνει απόσβεσις φωτός; Το θερμόν και το ξηρόν αληθώς μηδενίζονται διά του ψυχρού και του υγρού, καθώς φαίνεται εις το πυρ των ανημμένων ανθράκων και εις την φλόγα. Αλλά ούτε το έν, ούτε το άλλο εκ των στοιχείων τούτων φαίνεται ότι υπάρχει εις το φως. Εάν δε υπάρχη μεν, αλλά ένεκα της σμικρότητός του διαφεύγη την αντίληψιν μας, έπρεπε κατά την ημέραν, όταν βρέχη, να σβύννεται το φως, κατά τους παγετούς δε να γίνηται περισσότερον σκότος. Η φλόξ λοιπόν και τα πεπυρωμένα σώματα πάσχουσι ταύτα, αλλ’ εις το φως ουδέν τοιούτον συμβαίνει.
5. Ο Εμπεδοκλής φαίνεται πιστεύων άλλοτε μεν ότι η όψις βλέπει, ως προείπομεν, διότι εξέρχεται το φως εκ του οφθαλμού. Λέγει π. χ. ταύτα:
«Καθώς, ότε σκοπεύων τις να οδοιπορήση κατά χειμερινήν νύκτα, προετοιμάζει λύχνον, λάμψιν πυρός φλεγομένου, κλείσας αυτόν εις φανόν αποκρούοντα τους διαφόρους ανέμους, και ούτος μεν το φύσημα των πνεόντων ανέμων διασκορπίζει, το δε φως πηδών έξω του φανού, μακρότατα εκτείνεται και λάμπει με φωτεινότατας ακτίνας υπέρ το κατώφλιον (εις τον ουρανόν), ούτω και το στοιχειώδες (προαιώνιον) πυρ, εγκεκλεισμένον εις τους υμένας του οφθαλμού και φυλαττόμενον εντός λεπτών χιτώνων, χύνεται εις την κυκλικήν κόρην. Οι δε χιτώνες αποκλείουσι μεν το βαθύ περιρρέον ύδωρ· αλλά το πυρ εκπηδών, εκτείνεται μακρότατα·».
Ο Εμπεδοκλής λοιπόν άλλοτε μεν ούτως εξηγεί την όψιν, άλλοτε δε δια των απορροών των αντικειμένων τα οποία βλέπομεν.
6. Ο Δημόκριτος δε, ισχυριζόμενος ότι η όψις είναι ύδωρ, λέγει ορθώς, αλλά κακώς νομίζει ότι η όψις είναι αντανάκλασις του αντικειμένου 24. Διότι η εικών παράγεται, επειδή το όμμα είναι λείον, όμως δεν είναι εις την λείαν επιφάνειαν, αλλά εις το ον, όπερ βλέπει, διότι το πάθος τούτο είναι ανάκλασις φωτός. Αλλά γενικώς τα περί των εικόνων και της ανακλάσεως, ως φαίνεται, δεν είχον ακόμη σαφώς γνωσθή τότε. Παράδοξον δε είναι και το ότι δεν επήλθεν εις αυτόν να ερωτήση, διατί μόνος ο οφθαλμός βλέπει και ουδέν εκ των άλλων σωμάτων, εις τα οποία αντανακλώνται αι εικόνες.
7. Το ότι λοιπόν η όψις είναι εξ ύδατος, είναι αληθές 25, αλλ’ όμως βλέπομεν ουχί διότι αύτη είναι ύδωρ, αλλά διότι είναι διαφανές, και το διαφανές είναι ιδιότης κοινή εις αυτό και εις τον αέρα. Αλλά το ύδωρ φυλάττεται 26 ευκολώτερον και είναι πυκνότερον του αέρος, και διά τούτο η κόρη και το όμμα είναι εξ ύδατος. Τούτο δε είναι φανερόν και εξ αυτών των γεγονότων. Διότι εκείνο όπερ εκρέει εκ των οφθαλμών, όταν καταστρέφωνται, είναι ύδωρ· και εις τα αρτιγενή ζώα η κόρη έχει υπερβολικήν λαμπρότητα και στιλπνότητα, ενώ το λευκόν του όμματος εις τα έχοντα αίμα ζώα είναι πυκνόν και παχύ. Τούτο δε υπάρχει προς τον σκοπόν να διαμένη η υγρότης, χωρίς να πήγνυται. και διά ταύτα ο οφθαλμός είναι το μέρος του σώματος το μάλλον ανθιστάμενον εις το ψύχος. Διότι ουδείς ακόμη ησθάνθη ρίγος εντός των βλεφάρων· των δε ζώων τα οποία δεν έχουσιν αίμα 27 οι οφθαλμοί είναι σκληρόδερμοι, και το δέρμα τούτο είναι η σκέπη των οφθαλμών.
8. Είναι δε όλως παράλογον το λεγόμενον, ότι η όψις βλέπει διά τινος, όπερ εξέρχεται εξ αυτής και ότι εκτείνεται μέχρι των άστρων, ή ότι έξελθουσα εκ του οφθαλμού μέχρι διαστήματος τινός συνενούται (με το εξωτερικόν φως), καθώς λέγουσί τινες 28, διότι καλύτερον θα ήτο (αν έλεγον) ότι γίνεται απ’ αρχής η ένωσις εντός του όμματος με το αντικείμενόν του. Αλλά και τούτο είναι μωρολογία. Τω όντι, τί είναι η ένωσις φωτός με φως; Πώς δύναται να γείνη τούτο; Διότι βέβαια δεν συνενούται το τυχόν σώμα με τυχόν σώμα. Πώς δε ενούται το εσωτερικόν φώς με το εξωτερικόν, αφού η μεμβράνη παρεμβάλλεται μεταξύ αυτών;
9. Ότι λοιπόν η όψις δεν είναι δυνατόν να γίνηται χωρίς φωτός, είπομεν αλλαχού. Αλλά είτε φως, είτε αήρ είναι το μεσολαβούν μεταξύ του πράγματος, το οποίον οράται, και του όμματος, πάντως η κίνησις ήτις διέρχεται δι’ αυτού του μεσολαβούντος 29 είναι η παράγουσα την όψιν.
10. και ορθώς λέγεται ότι το εσωτερικόν είναι εξ ύδατος, διότι το ύδωρ είναι διαφανές· και όπως ουδέν γίνεται ορατόν εκτός, ούτω και εντός του οφθαλμού ουδέν άνευ φωτός οράται 30. Πρέπει λοιπόν το εσωτερικόν να είναι διαφανές και ανάγκη να είναι ύδωρ, αφού δεν είναι αήρ. Διότι δεν είναι εις to άκρον του όμματος η ψυχή ή το αισθητικόν της ψυχής 31, άλλα είναι φανερόν ότι είναι εντός. Αναγκαίως λοιπόν το εσωτερικόν του όμματος πρέπει να είναι διαφανές και ικανόν να δέχηται το φως 32. Τούτο δε μαρτυρούσι και τα γεγονότα. Τινές δηλαδή κτυπηθέντες κατά τον κρόταφον εν τω πολέμω τόσον, ώστε να αποκοπώσιν οι πόροι του όμματος, ενόμισαν ότι έγινε σκότος, ως όταν λύχνος σβύνεται, διότι απεκόπη το διαφανές, ήτοι η λεγομένη κόρη 33, ώς τις λαμπτήρ.
11. Ώστε εάν εις τας περιπτώσεις ταύτας συμβαίνωσι τα πράγματα σχεδόν καθώς είπομεν, είναι φανερόν ότι πρέπει κατά τον αυτόν τρόπον να εξηγώμεν αυτά και να συνάπτωμεν έκαστον των αισθητηρίων με έν εκ των στοιχείων. Του μεν όμματος το μέρος, όπερ βλέπει, πρέπει να δεχθώμεν ότι είναι εξ ύδατος, το δε αισθανόμενον τους ήχους ότι είναι εξ αέρος και ότι η όσφρησις είναι εκ πυρός.
12. Τω όντι, ό,τι η όσφρησις είναι εν ενεργεία, τούτο είναι δυνάμει το οσφραντήριον όργανον, διότι το αισθητόν πράγμα κάμνει την αίσθησιν να είναι ενεργός, ούτως ώστε αναγκαίως η αίσθησις είναι πρότερον εν δυνάμει. Η οσμή είναι αναθυμίασις ομοία με καπνόν, η δε αναθυμίασις η καπνώδης προέρχεται εκ του πυρός. Διά τούτο και το αισθητήριον όργανον της οσφρήσεως κειται ιδίως εις τον πέριξ του εγκεφάλου τόπον, διότι η ύλη του ψυχρού είναι δυνάμει θερμή 34. Και η του όμματος γένεσις είναι ομοία με την του οσφραντικού. Διότι το όμμα αποτελείται εκ μέρους του εγκεφάλου, όστις είναι το υγρότατον και ψυχρότατον των εν τω σώματι μερών. 13. Η δε αφή είναι εκ γης, και η γεύσις είναι είδός τι αφής. Και διά τούτο τα αισθητήρια της γεύσεως και της αφής κείνται προς την καρδίαν 35, διότι αύτη είναι το αντίθετον του εγκεφάλου, ως ούσα το θερμότατον των μερών του σώματος.
Και περί μεν των αισθητικών μερών του σώματος αρκούσι οι διορισμοί ούτοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ’.

Περί χρώματος. – Αναφορά χρώματος προς το φως και το διαφανές. -Γένεσις των χρωμάτων Αρχικά χρώματα το λευκόv και το μέλαν. – Αριθμητικαί αναφοραί χρωμάτων (και ήχων).-Το χρώμα αποτέλεσμα ουχί απορροιών αλλά κινήσεως. -Μίξις των σωμάτων.
1. Περί δε τωv αισθητών αντικειμένων, τα οποία είναι αντιληπτά υπό εκάστου των αισθητηρίων οργάνων, λέγω δηλαδή το χρώμα και τον ήχον και την δομήν και τον χυμόν και την αφήν 36, γενικώς εξετέθη εν τω περί Ψυχής τί είναι το έργον αυτών και πως ταύτα ενεργούσι σχετικώς προς έκαστον των αισθητηρίων. Δέον να εξετάσωμεν τώρα τι πρέπει να εννοώμεν οιονδήποτε αυτών, δήλα δη τι είναι το χρώμα ή τί ο ήχος, τι η οσμή, ή ο χυμός, ομοίως δε και το απτόν. Και πρώτον περί χρώματος.
2. Έκαστον πράγμα δύναται να νοήται κατά δύο τρόπους, είτε ενεργεία, είτε, δυνάμει. Πως δε το εν ενεργεία χρώμα και ο εν ενεργεία ήχος είναι ο αυτός ή διάφορος από τας κατ’ ενέργειαν αισθήσεις, την όρασιν και την άκουσιν, είπομεν εις τα περί Ψυχής. Τι δε πρέπει να είναι έκαστον αυτών, ίνα παραγάγη την αίσθησιν και την ενέργειαν αυτής, ας είπωμεν τώρα.
3. Καθώς λοιπόν είπομεν εκεί, το φως είναι το χρώμα του διαφανούς, παραγόμενον κατά συμβεβηκός 37. Διότι όταν υπάρχη σώμα πεπυρωμένον εις το διαφανές (του αέρος) η παρουσία του αποτελεί φως, η δε απουσία του ποιεί σκότος. Ό,τι δε ονομάζομεν διαφανές δεν είναι ιδιότης μόνου του αέρος ή του ύδατος, ούτε άλλου τινός εκ των σωμάτων των λαμβανόντων το όνομα τούτο (το διαφανές), αλλ’ είναι κοινή 38 φύσις και δύναμις, ήτις δεν υπάρχει μεν χωριστή 39, αλλ’ είναι εις ταύτα και ακόμη και εις άλλα σώματα, εις άλλα περισσότερον και εις άλλα ολιγώτερον.
4. Όπως δε αναγκαίως υπάρχει τι τελευταίον άκρον (επιφάνεια) των (στερεών) σωμάτων, ούτω υπάρχει και ταύτης της δυνάμεως 40.
5. Λοιπόν το φως ευρίσκεται εις αδιόριστον διαφανές 41. Ότι όμως το άκρον όριον του διαφανούς υπάρχει εις τα σώματα (έχει επιφάνειαν) είναι φανερόν.
6. και προσέτι είναι φανερόν εκ των γεγονότων, ότι τούτο είναι το χρώμα.42. Διότι το χρώμα ή είναι εις το άκρον των σωμάτων ή είναι αυτό το άκρον. Διά τούτο και οι Πυθαγόρειοι ωνόμαζον χρώμα την επιφάνειαν διότι το χρώμα είναι εις το άκρον του σώματος, αλλά δεν είναι το άκρον του σώματος. Πρέπει, τουναντίον, να νομίζωμεν, ότι η αυτή ποσότης χρώματος, ήτις παρατηρείται εκτός, η αυτή υπάρχει και εντός.
7. Φαίνεται δε ότι και ο αήρ και το ύδωρ χρωματίζονται 43, διότι χρώμα είναι και η υπόλαμψις αυτών 44. Αλλ’ εδώ μεν επειδή το χρώμα είναι εις αδιόριστον σώμα 45, ούτε ο αήρ ούτε η θάλασσα έχουσι το αυτό χρώμα, όταν τα βλέπωμεν εγγύθεν πλησιάζοντες, και όταν μακρόθεν. Αλλά εις τα (στερεά) σώματα, εάν το περιέχον 46 δεν τα κάμνη να μεταβάλλωσι χρώμα, είναι προσδιωρισμένη η όψις του χρώματος 47. Είναι άρα πρόδηλον ότι και εκεί και εδώ 48 το αυτό ον δέχεται (αισθάνεται) το χρώμα, το διαφανές δε είναι εκείνο, όπερ καθ’ όσον υπάρχει εις τα σώματα (και υπάρχει ολιγώτερον ή περισσότερον εις όλα 49) κάμνει πάντα να έχωσι χρώμα.
8. Επειδή δε το χρώμα είναι εις το άκρον, θα είναι και εις το άκρον της διαφανούς ουσίας. Ώστε το χρώμα είναι το άκρον του διαφανους εν προσδιωρισμένω σώματι 50. Ομοίως δε υπάρχει το χρώμα και εις αυτά τα (εξόχως) διαφανή, οία είναι το ύδωρ και ό,τι άλλο τοιούτον 51 και εις όσα 52 φαίνεται ότι υπάρχει εις την επιφάνειαν χρώμα ιδιαίτερον.
9. Δύναται λοιπόν να υπάρχη και εις το διαφανές (των ωρισμένων σωμάτων) εκείνο όπερ παράγει το φως εν τω αέρι 53, δύναται δε να μη υπάρχη και να είναι εστερημένον αυτού το διαφανές. Και καθώς εν τω αέρι άλλοτε μεν υπάρχει φως και άλλοτε σκότος, ούτως εις τα σώματα γίνεται το λευκον και το μέλαν.
10. Περί δε των άλλων χρωμάτων πρέττει νυν να είπωμεν, αφού κάμωμεν διακρίσεις τινάς, κατά πόσους τρόπους δύνανται να γίνωνται. Διότι είναι δυνατόν να τεθώσι πλησίον αλλήλων το λευκόν και το μέλαν 54, ούτως ώστε και το εν και το άλλο να είναι αόρατα ένεκα της σμικρότητας αυτών, το εξ αμφοτέρων όμως προκύπτον να είναι ορατόν. Τούτο δεν εivαι δυνατόν να είναι ούτε μέλαν ούτε λευκόν· αλλ’ επειδή εξ ανάγκης πρέπει να έχη χρώμά τι, όπερ όμως δεν δύναται vα είναι κανέν εκ των δύο εκείνων, κατ’ ανάγκην πρέπει να είναι μικτόν τι και άλλου είδους χρώμα. Ούτω λοιπόν δυνάμεθα να εξηγήσωμεν πώς υπάρχουσι χρώματα περισσότερα παρά το λευκόν και το μέλαν 55.
11. Την πολλότητα δε δυνάμεθα να εξηγήσωμεν διά της αναλογίας των μερών 56. Διότι δύνανται να ενωθώσι τρία μέρη του ενός με δύο του άλλου, ή τρία με τέσσαρα, ή και κατ’ άλλους αριθμούς δύνανται να συντίθενται το εν μετά του άλλου. ’λλα δε μέρη ουδεμίαν έχουσιν ωρισμένην αναφοράν, άλλα είτε ένεκεν υπερβολής, είτε ένεκεν ελλείψεως 57 είναι ασύμμετρα. Την αυτήν σχέσιν έχουσι και αι συμφωνίαι των ήχων. Διότι τα χρώματα, τα οποία δύνανται να εκφρασθώσι δι’ αριθμητικών αναλογιών, όπως και αι συμφωνίαι, φαίνονται ότι είναι τα γλυκύτατα των χρωμάτων, οία είναι το αλουργόν (άλικον) και το πορφυρούν 58 και άλλα τοιαύτα, τα οποία είναι ολίγα διά την αυτήν αιτίαν, διά την οποίαν ολίγαι είναι αι συμφωνίαι των ήχων. Τα άλλα δε χρώματα είναι τα μη έχοντα αριθμητικάς αναλογίας ή είναι δυνατόν και πάντα τα χρώματα να εκφρασθώσι δι’ αριθμών, άλλα τα μεν έχουσι τάξιν 59, άλλα δε είναι άτακτα, αυτά δε ταύτα (τα άτακτα), όταν δεν είναι καθαρά, γίνονται τοιαύτα (άτακτα), διότι δεν έχουσιν αριθμητικάς σχέσεις. Εις λοιπόν τρόπος γενέσεως των χρωμάτων είναι ούτος.
12. ’λλος δε τρόπος είναι το να φαίνωνται τα χρώματα άλλα διά μέσου άλλων 60 , ως κάμνουσιν ενίοτε οι ζωγράφοι, επαλείφοντες δεύτερον χρώμα επί χρώματος λαμπροτέρου, ως όταν λ. χ. θέλωσι να παραστήσωσι πράγμα τι, ότι φαίνεται εντός του ύδατος ή του αέρος. Ούτως ο ήλιος καθ’ εαυτόν μεν φαίνεται λευκός, διά μέσου δε νεφέλης ή καπνού φαίνεται ερυθρός. Και ούτω δε χρώματα θα είναι πολλά καθ’ ον τρόπον και ανωτέρω είπομεν, διότι θα υπάρχη αναλογία των επί της επιφανείας χρωμάτων προς τα εις το βάθος κείμενα, άλλα δε ουδεμίαν θα έχωσιν ωρισμένην αναλογίαν.
13. Το να ισχυρίζηταί τις λοιπόν, καθώς οι αρχαίοι, ότι τα χρώματα είναι απόρροιαι των σωμάτων και ότι διά την αιτίαν ταύτην ορώνται, είναι άτοπον. Διότι πάντως κατ’ αυτούς πάσαι αι αισθήσεις πρέπει αναγκαίως να γίνωνται δια της αφής, ώστε είναι καλύτερον να λέγωμεν ευθύς, ότι γίνεται η αίσθησις ένεκα της κινήσεως του μεσολαβούντος σώματος, ην τούτο λαμβάνει υπό του αισθητού αντικειμένου, διά της αφής και ουχί διά των απορροιών.
14. Εις τα χρώματα λοιπόν τα τιθέμενα πλησίον αλλήλων 61, καθώς ταύτα λαμβάνουσι μέγεθος αόρατον, ούτως ανάγκη να υποθέση τις ότι έχουσι και χρόνον ανεπαίσθητον, ώστε αι κινήσεις των δύο χρωμάτων να μας διαφεύγωσι και να φαίνωνται ότι είναι εν, διότι γίνονται συγχρόνως αντιληπταί.
15. Ενταύθα όμως 62 ουδεμία τοιαύτη ανάγκη υπάρχει, αλλά το επί της επιφανείας χρώμα, όταν είναι ακίνητον και όταν κινήται υπό του υποκειμένου εις αυτό, δεν θα παραγάγη κίνησιν ομοίαν (με εκείνην, την οποίαν θα παρήγε μόνον). Διά τούτο και άλλο φαίνεται (το χρώμα τούτο) και ούτε λευκόν ούτε μέλαν 63.
16. Ώστε εάν δεν είναι δυνατόν να είναι κανέν μέγεθος αόρατον, αλλά παν μέγεθος είναι ορατόν εξ αποστάσεώς τινος 64, θα είναι και ενταύθα μίξίς τις χρωμάτων, και ούτω τίποτε δεν εμποδίζει να φαίνηταί τι χρώμα κοινόν εις τους μακρόθεν βλέποντας.
17. Ότι δε ουδέν υπάρχει μέγεθος αόρατον, περί τούτου θα εξετάσωμεν ύστερον.
18. Εάν δε υπάρχη μίξις των σωμάτων, αύτη δεν είναι απλώς καθ’ όν τρόπον νομίζουσί τινες, ότι δηλαδή τίθενται πλησίον αλλήλων τα ελάχιστα και διαφεύγοντα την αίσθησιν ημών, αλλά τα σώματα δύνανται να ενώνται ολόκληρα προς άλληλα, ως είπομεν γενικώς περί πάντων των σωμάτων εν τη περί Μίξεως πραγματεία. Διότι κατά τον πρώτον τρόπον μιγνύονται εκείνα μόνον, όσα δύνανται να διαιρεθώσι και αναχθώσιν εις τα ελάχιστα μέρη αυτών, λ. χ. άνθρωποι, ίπποι ή σπέρματα, διότι των ανθρώπων η ελαχίστη μορφή είναι άνθρωπος (άτομον), των δε ίππων ίππος, ώστε διά της παραθέσεως τούτων πλησίον αλλήλων σχηματίζεται το πλήθος των δύο τούτων γενών. Αλλά δεν λέγομεν, ότι είς άνθρωπος ανεμίχθη με ένα ίππον. Όσα δε πράγματα δεν διαιρούνται εις τας ελαχίστας μορφάς αυτών 65, δεν δύναται να γίνη μίξις τούτων κατά τον ειρημένον τρόπον, αλλά ολόκληρα μιγνύονται, και ταύτα τα μάλιστα φυσικώς μιγνύονται. Πώς δε τούτο είναι δυνατόν να γίνηται, είπομεν πρότερον εις τα περί Μίξεως.
19. Αλλ’ είναι φανερον ότι, όταν μιγνύωνται τα σώματα, πρέπει κατ’ ανάγκην και τα χρώματα αυτών να μιγνύωνται, και ότι αύτη είναι η κυρία αιτία της υπάρξεως πολλών χρωμάτων, και όχι η επίθεσις αυτών επ’ αλλήλων ή η παράθεσις πλησίον αλλήλων. Διότι ουχί μακρόθεν μόνον φαίνεται έν το χρώμα των μιγνυομένων, αλλά και εγγύθεν και πάντοθεν. Υπάρχουσι δε πολλά τα χρώματα, διότι τα μιγνυόμενα μεταξύ των δύνανται κατά πολλάς αναλογίας να μιγνύωνται, άλλα μεν κατ’ αριθμητικάς αναλογίας, άλλα δε μόνον κατά την διαφοράν της υπεροχής και της ελλείψεως. Προσέτι δυνατόν να λέγωμεν περί των μιγνυομένων τα αυτά, άπερ ελέγομεν και περί των μιγνυομένων χρωμάτων, τιθεμένων είτε πλησίον αλλήλων, είτε του ενός επί του άλλου. Διά ποίαν δε αιτίαν τα είδη των χρωμάτων και των χυμών και των ήχων είναι ωρισμένα και ουχί άπειρα, θα είπωμεν ύστερον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ’.

Περί οσμής και χυμού. Οι χυμοί κάλλιον γινώσκονται παρά τας οσμάς. Δεν προέρχονται πάντες εκ του ύδατος μόνον. Γνώμαι φιλοσόφων. Αίτια χυμών τρία: γη, ξηρόν και υγρόν.Ο χυμός είναι πάθος του θρεπτικού ξηρού. Δύο οι αρχικοί χυμοί, γλυκύ και πικρόv. Αναφορά των επτά χυμών προς τα επτά χρώματα. Γνώμαι Δημοκρίτου.
1. Τί λοιπόν είναι το χρώμα και διά ποίαν αιτίαν είναι πολλά χρώματα εξηγήσαμεν ήδη. Περί δε του ήχου και της φωνής είπομεν πρότερον εις τα περί Ψυχής.
2. Τώρα πρέπει να πραγματευθώμεν περί οσμής και χυμού, τα οποία δηλούσι το αυτό σχεδόν πάθος (αίσθημα), αλλά δεν γίνονται και τα δύο εις τα αυτά όργανα. Μας είναι δε φανερωτέρα η φύσις του χυμού παρά την της οσμής. και το αίτιον τούτου είναι, ότι την αίσθησιν της οσμής έχομεν χειροτέραν παρά τα άλλα ζώα·’ και εξ όλων των αισθήσεων, ας έχομεν, αύτή είναι η κατωτάτη. Την αφήν όμως έχομεν τελειοτάτην υπέρ πάντα τα άλλα ζώα. Η δε γευσις είναι είδος αφής.
3. Η φύσις του ύδατος 66 είναι να μη έχη χυμόν, αναγκαίως όμως πρέπει ή το ύδωρ να έχη εν εαυτώ όλους τους χυμούς, ανεπαισθήτους όμως εις ημάς διά την άδυναμίαν των, όπως λέγει ο Εμπεδοκλής, ή να έχη ύλην, ήτις είναι ως το σπέρμα πάντων των χυμών, και ούτω άπαντες οι χυμοί να γίνωνται εκ του ύδατος άλλοι εξ άλλου μέρους, ή τέλος να μη έχη μεν το ύδωρ εν εαυτώ καμμίαν διαφοράν χυμών, αλλά το ποιητικόν αίτιον των χυμών να είναι άλλο τι, λ.χ. η θερμότης και ο ήλιος.
4. Αλλ’ εις εκείνα, τα οποία δοξάζει ο Εμπεδοκλής, είναι εύκολον να ίδη τις το ψεύδος· διότι βλέπομεν ότι οι χυμοί των καρπών μεταβάλλονται υπό της θερμότητας, λ. χ. όταν οι καρποί αποσπώνται εκ του περικαρπίου καί ξηραίνονται εις τον ήλιον ή θερμαίνονται εις το πύρ. Καί γίνονται τοιούτοι, ουχί διότι έλκουσί τι εκ του ύδατος, αλλά διότι μεταβάλλονται διά της αφαιρέσεως του περικαρπίου. Καί όταν ξηραίνωνται καί αποθηκεύωνται, με τον καιρόν γίνονται δριμείς, καί πικροί, ενώ ήσαν γλυκείς, καί κατά πολλούς τρόπους αλλοιούνται, καί όταν ψήνωνται, μεταβάλλονται, ούτως ειπείν, πάντα τα είδη των χυμών αποκτώντες.
5. Ομοίως αδύνατον είναι καί το ότι το ύδωρ είναι ύλη έχουσα τά σπέρματα πάντων των χυμών διότι βλέπομεν ότι εκ του αυτού ύδατος, ως εκ της αυτής τροφής, γεννώνται χυμοί διάφοροι 67.
6. Υπολείπεται λοιπόν η γνώμη ότι ο χυμός μεταβάλλεται, διότι το ύδωρ υφίσταται έξωθεν πάθημα τι 68. Αλλ’ είναι πρόδηλον ότι το ύδωρ δεν λαμβάνει υπό μόνης της δυνάμεως του θερμού την δύναμιν ταύτην, την οποίαν καλούμεν χυμόν. Διότι το ύδωρ είναι το λεπτότερον πάντων των υγρών καί αυτού του ελαίου ελαφρότερον. Αλλά το έλαιον εκτείνεται μάλλον και επιπλέει του ύδατος διά το γλοιώδες αυτού, ενώ το ύδωρ είναι ρευστόν καί διά τούτο είναι δυσκολώτερον να κρατηθή υπό της χειρός παρά το έλαιον 69. Αλλ’ επειδή το ύδωρ είναι το μόνον υγρόν, όπερ θερμαινόμενον ουδόλως φαίνεται ότι πυκνούται, φανερόν ότι άλλη είναι η αιτία του χυμού, διότι πάντες οι χυμοί 70 είναι μάλλον πυκνοί (θερμαινόμενοι). Η θερμότης λοιπόν είναι αίτιον ομού με άλλα αίτια (συναίτιον).
7. Πάντες δε οι χυμοί, όσοι είναι εις τους καρπούς, φαίνονται ότι υπάρχουσι καί εις την γήν. Διά τούτο καί πολλοί εκ των αρχαίων φυσιολόγων λέγουσιν, ότι το ύδωρ είναι τοιούτον, οποία είναι η γη διά της οποίας διέρχεται. Και τούτο είναι φανερόν προ πάντων εις τα αλμυρά ύδατα· διότι τα άλατα είναι είδος τι γης. Διά τούτο καί τα ύδατα, τα οποία διηθούνται (φιλτράρονται) διά της στάκτης, η οποία είναι πικρά, αποκτώσι γεύσιν πικράν. (Ομοίως δε καί περί των άλλων, δι’ ων διέρχονται τα ύδατα). Καί πηγαί πολλαί υπάρχουσιν, αίτινες είναι άλλαι μεν πικραί, άλλαι δε οξείαι, άλλαι δε έχουσιν άλλους διαφόρους χυμούς.
8. Διά τούτο ορθώς λέγεται, ότι εις τα φυτά προ πάντων σχηματίζονται οί διάφοροι χυμοί. Διότι το υγρόν, καθώς και τα άλλα πράγματα φυσικώς υφίσταται την επίδρασιν του εναντίου του, το εναντίον δε του υγρού είναι το ξηρόν 71. Διά τούτο καί υπό του πυρός πάσχει (μεταβολάς) το υγρόν, διότι το πυρ είναι φύσει ξηρόν· αλλά το ίδιον του πυρός είναι η θερμότης, της γης όμως ιδιάζον είναι το ξηρόν, ως είπομεν εις την πραγματείαν περί των στοιχείων, το πυρ όμως καί η γη, ως πυρ καί γη, δεν δύνανται να ποιήσωσι ή να πάθωσί τι, ούτε άλλο κανέν εκ των στοιχείων, μόνον δε καθ’ όσον υπάρχει εις αυτά αντίθεσις εναντίων πάντα ποιούσι και πάσχουσιν.
9. Όπως λοιπόν οι αποπλύνοντες και διαλύοντες εντός υγρού τα χρώματα καί τους χυμούς κάμνουσι καί το ύδωρ να αποκτά το αυτό χρώμα και τον αυτόν χυμόν, ούτω καί η φύσις κάμνει εις το ξηρόν καί το γεώδες στοιχείον· διηθούσα το υγρόν δια του ξηρού καί του γεώδους στοιχείου καί κινούσα αυτό (το υγρόν) διά της θερμότητος κάμνει αυτό να είναι τοιούτον η τοιούτον 72.
10. Καί το πάθος (η μεταβολή) τούτο, το οποίον γίνεται εν τω υγρώ υπό του ειρημένου ξηρού στοιχείου, είναι ο χυμός και μετάβαλλει την αίσθησιν της γεύσεως εκ δυνάμει γεύσεως εις ενέργειαν· διότι φέρει το αισθητικόν όργανον εις την κατάστασιν ταύτην, όπερ πρότερον ήτο δυνάμει τοιούτο. Διότι το αισθάνεσθαι δεν είναι ανάλογον προς το μανθάνειν, αλλά μάλλον προς το θεωρείν (περί ψυχής ΙΙ 1, 5).
11. Ότι δε οι χυμοί είναι πάθος ή στέρησις 73 ουχί παντός ξηρού, αλλά του ξηρού, όπερ δύναται να τρέφη 74, πρέπει να συμπεράνωμεν εκ τούτου, ότι δεν υπάρχει ούτε το ξηρόν άνευ του υγρού ούτε το υγρόν άνευ του ξηρού 75. Διότι ουχί έν μόνον εκ των δύο τούτων στοιχείων δύναται να γείνη τροφή εις τα ζώα και εις αυτά τα φυτά, αλλά το μίγμα αυτών τρέφει. Καί εκ της τροφής, την οποίαν λαμβάνουσι τα ζώα, μόνον τα μέρη τα αισθητά υπό της αφής παράγουσιν αύξησιν και θάνατον, αίτιον δε τούτων είναι της λαμβανομένης τροφής η θερμότης ή η ψυχρότης. Διότι το θερμόν και το ψυχρόν είναι τα ποιούντα την αύξησιν και την φθοράν. Τρέφει δε η αφομοιουμένη τροφή μόνον καθ’ όσον είναι αισθητή υπό της γεύσεως, διότι πάντα τα ζώντα τρέφονται δι’ εκείνου, όπερ είναι γλυκύ καθ’ εαυτό ή διά μίξεως γίνεται γλυκύ. Περί τούτων όμως δέον να πραγματευθώμεν εις τα περί Γενέσεως, ενταύθα δε μόνον θίγομεν αυτά όσον είναι αναγκαίον. Η θερμότης λοιπόν αυξάνει το τρεφόμενον και επεξεργάζεται την τροφήν, έλκει το ελαφρόν μέρος αυτής καί εγκαταλείπει το αλμυρόν και το πικρόν 76, διότι είναι βαρέα.
12. Ό,τι δε η εξωτερική θερμότης ποιεί εις τα εξωτερικά σώματα, τούτο ποιεί η θερμότης η εσωτερική εις την φύσιν των ζώων καί των φυτών· ένεκα αυτής τρέφονται ταύτα διά μόνου του γλυκέος 77. Οι δε άλλοι χυμοί, όπως αναμιγνύονται εις την τροφήν με το γλυκύ, ούτως αναμιγνύονται με το αλμυρόν καί το οξύ, δηλ. προς γλυκασμόν. Ταύτα δε ίνα γίνωσιν αντίρροπον, διότι είναι λίαν θρεπτικόν το γλυκύ και επιπλέει επί του στομάχου.
13. Όπως δε τα χρώματα γίνονται εκ της μίξεως του λευκού και του μέλανος, ούτως οι χυμοί γίνονται εκ του γλυκέος καί του πικρού. Καί οι χυμοί έκαστοι είναι ανάλογοι της μείζονος ή ελάσσονος ποσότητος του γλυκέος καί του υγρού, είτε κατ’ αριθμούς καί κινήσεις ωρισμένας της μίξεως, είτε καί αορίστως. Οι χυμοί, οίτινες προξενούσιν ηδονήν διά της μίξεώς των, ούτοι μόνοι έχουσιν αριθμητικάς αναφοράς. Ούτως ο λιπαρός είναι ο χυμός του γλυκέος, ο δε αλμυρός καί ο πικρός είναι σχεδόν ο αυτός χυμός 78, ο δε δριμύς καί αυστηρός καί ο στρυφνός καί ο οξύς χυμός είναι χυμοί διάμεσοι· ούτω τα είδη των χυμών και τα των χρωμάτων είναι σχεδόν ισάριθμα. Διότι έξ είναι τα είδη καί των μεν καί των δε, αν τις υποθέση, ως είναι εύλογον, ότι το φαιόν είναι είδος μέλανος. Υπολείπεται το ξανθόν, όπερ έχει αναφοράν προς το λευκόν, όπως ο λιπαρός χυμός σχετίζεται με τον γλυκύν. Το ερυθρόν καί το ιοειδές καί το πράσινον καί το κυανούν κείνται μεταξύ του λευκού καί του μέλανος, τα δε λοιπά χρώματα είναι μίγματα τούτων. Καί όπως το μέλαν είναι η στέρησις του λευκού είς τι διαφανές μέσον, ούτω το αλμυρόν και το πικρόν είναι η στέρησις του γλυκέος εν θρεπτική υγρά ουσία· διό και η τέφρα πάντων των καιομένων πραγμάτων είναι πικρά, διότι το πόσιμον μέρος κατηναλώθη εξ αυτής.
14. Ο Δημόκριτος και οι πλείστοι των φυσιολόγων, όσοι πραγματεύονται περί αίσθήσεως, κάμνουσί τι λίαν άτοπον· πάντα τα αισθητά θεωρούσιν, ότι είναι αισθητά υπό της αφής (απτά). Αλλ’ εάν τούτο έχει ούτως, φανερόν είναι ότι καί εκάστη των άλλων αισθήσεων είναι είδος αφής. Αλλ’ ότι τούτο είναι αδύνατον, εύκολον να πεισθή τις.
15. Προσέτι τα κοινά όλων των αισθήσεων εκλαμβάνουσιν ως ίδια εκάστης αυτών. Διότι το μέγεθος καί το σχήμα, καί το τραχύ και το λείον, προσέτι δε το οξύ καί το αμβλύ εις τα στερεά σώματα είναι αντιληπτά κοινώς υπό όλων των αισθήσεων, ή αν όχι υπό όλων, τουλάχιστον υπό της όψεως καί της αφής. Διό καί περί τούτων μεν απατώνται αι αισθήσεις, περί των ιδίων όμως δεν απατώνται. Η όψις λ. χ. δεν απατάται περί του χρώματος, ούτε η ακοή περί των ήχων. Οι δε φυσιολόγοι εκείνοι, ως ο Δημόκριτος, τα ίδια ανάγουσιν εις τα κοινά· διότι λέγει ότι το λευκόν είναι τραχύ καί το μέλαν λείον 79.
16. Εις δε τα ατομικά σχήματα ανάγει τους χυμούς· καί όμως ή εις καμμιάν αίσθησιν ή μάλλον εις την όψιν ανήκει να γνωρίζη τα κοινά. Εάν όμως εις την γεύσιν 80 μάλλον ανήκεν η γνώσις αύτη, επειδή καί αυτά τα ελάχιστα εις έκαστον γένος πράγματα πρέπει να διακρίνη η λεπτοτάτη των αισθήσεων, έπρεπεν η γεύσις περισσότερον των άλλων αισθήσεων να αισθάνηται τα κοινά πάντα και να δύναται να κρίνη κάλλιστα καί τα ατομικά σχήματα. Προσέτι πάντα τα αισθητά έχουσιν εναντία 81· ούτως εις το χρώμα το μέλαν είναι το εναντίον του λευκού καί εις τους χυμούς το γλυκύ είναι το εναντίον του πικρού· αλλά σχήμα δεν φαίνεται να είναι το εναντίον σχήματος· διότι τίνος πολυγώνου είναι το εναντίον ο κύκλος; Προσέτι, επειδή τα σχήματα είναι άπειρα 82, αναγκαίως καί οι χυμοί θα είναι άπειροι 83. Διότι διά τί άλλος μεν εκ των χυμών προξενεί αίσθησιν, άλλος δε δεν προξενεί αυτήν;
17. Καί περί μεν του χυμού καί του γευστού είπομεν. Τα δε άλλα πάθη των χυμών δέον να εξετασθώσιν εις το περί των φυτών μέρος της φυσιολογίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε’.

Περί οσμών και οσφρήσεως. Αναφοραί οσμών καί χυμών. Δόξα Ηρακλείτου. Δύο αρχικά είδη οσμών. Οσμαί καλαί ή κακαί, αμέσως ή εμμέσως. Σχέσις οσμών καί εγκεφάλου. Όσφρησις ιχθύων καί εντόμων. Η όσφρησις εν μέσω αφ’ ενός της αφής και γεύσεως, αφ’ ετέρου της όψεως και ακοής. Δόξα Πυθαγορείων. Η οσμή συντελεί εις υγιείαν, αλλ’ όχι εις θρέψιν.
1. Κατά τον αυτόν δε τρόπον 84 πρέπει να πραγματευθώμεν και περί των οσμών. Διότι εκείνο όπερ ενεργεί εις το υγρόν το ξηρόν 85, το έγχυμον υγρόν 86 ενεργεί τούτο ομοίως εις άλλο γένος (των οσμών) εν τω αέρι καί τω ύδατι. Τώρα περί των οσμών λέγομεν ότι το διαφανές είναι κοινή ιδιότης των δύο τούτων στοιχείων. Είναι δε το διαφανές στοιχείον αισθητόν υπό της οσφρήσεως (οσφραντόν), ουχί καθό διαφανές, αλλά καθ’ όσον δύναται να μεταδίδη και να εκχέη την έγχυμον ξηρότητα 87.
2. Διότι η όσφρησις γίνεται ου μόνον εν τω αέρι, αλλά καί εν τω ύδατι· φανερόν δε είναι τούτο επί των ιχθύων και των οστρακόδερμων, διότι φαίνονται ότι οσφραίνονται 88, αν και δεν υπάρχη αήρ εν τω ύδατι, διότι όταν εισέλθη αήρ εις το ύδωρ αναβαίνει εις την επιφάνειαν, και διότι τα ζώα ταύτα δεν αναπνέουσιν 89.Εάν λοιπόν υποθέση τις, ότι καί ο αήρ καί το ύδωρ είναι αμφότερα υγρά, η φύσις του εγχύμου υγρού εν τω ύδατι θα είναι η οσμή, και το σώμα το έχον τοιαύτας ιδιότητας θα είναι το οσφραντόν.
3. Ότι δε το πάθος τούτο σώματός τινος 90 προέρχεται εξ εγχύμου στοιχείου αυτού είναι φανερόν εκ των πραγμάτων, τα οποία έχουσιν οσμήν καί εξ εκείνων τα οποία δεν έχουσι. Τω οντι, τα στοιχεία, ήτοι το πυρ, ο αήρ, το ύδωρ, η γη, είναι άοσμα, διότι και τα ξηρά καί τα υγρά μέρη αυτών είναι άχυμα, εκτός εάν ανάμιξίς τις τα κάμνη να έχωσι χυμόν. Διό καί η θάλασσα έχει οσμήν, διότι έχει χυμόν καί ξηρότητα 91. Και τα άλατα έχουσι περισσότερον οσμήν παρά το νίτρον, ως αποδεικνύει το εξ αυτών εξαγόμενον δι’ αποξηράνσεως έλαιον. Το δε νίτρον έχει οσμήν μάλλον της γης. Προσέτι ο μεν λίθος είναι άοσμος διότι είναι άχυμος, αλλά τα ξύλα έχουσιν οσμήν διότι έχουσι χυμόν (έγχυμα), καί εκ τούτων ολιγωτέραν έχουσιν οσμήν τα υδατώδη. Προσέτι εκ των μετάλλων ο χρυσός είναι άοσμος 92 καθό άχυμος, αλλ’ ο χαλκός καί ο σίδηρος είναι οσμώδη. Όταν δε το υγρόν στοιχείον των μετάλλων εκκαυθή, τότε αι σκωρίαι γίνονται αοσμότεραι πάντων. Ο δε άργυρος και ο κασσίτερος έχουσιν οσμήν περισσότερον ή ολιγωτέραν· άλλων μετάλλων, διότι είναι υδατώδη.
4. Νομίζουσι δε τινες ότι η οσμή είναι η καπνώδης αναθυμίασις 93, ήτις είναι κοινή εις την γην καί τον αέρα. Και πάντες οι περί της οσμής πραγματευθέντες μεταπίπτουσιν εις την εξήγησιν ταύτην. Διά ταύτα και ο Ηράκλειτος είπεν ότι, εάv πάντα τα όντα ήθελεν γίνει καπνός, διά των ρινών θα εγινώσκομεν πάντα. Πάντες δε οι αποκλίνοντες προς τοιαύτην εξήγησιν της οσμής θεωρούσιν αυτήν άλλοι μεν ως ατμόν 94, άλλοι δε ως αναθυμίασιν, άλλοι δε και το εν και το άλλο. Και ο μεν ατμός είναι είδος υγρότητος, η δε καπνώδης αναθυμίασις, ως είπομεν, είναι κοινή εις τον αέρα και την γην, και εξ εκείνου μεν αποτελείται το ύδωρ, εκ ταύτης δε είδος τι γης 95. Αλλ’ η οσμή φαίνεται ότι δεν είναι ούτε το έν ούτε το άλλο, διότι ο μεν ατμός είναι εξ ύδατος, η δε καπνώδης αναθυμίασις αδύνατον είναι να σχηματίζηται εν τω ύδατι. Και όμως τα ζώντα εν τω ύδατι αισθάνονται, ως προείπομεν, την οσμήν. Προσέτι αι αναθυμιάσεις κατ’ αυτούς έχουσι την αυτήν και αι απόρροιαι σημασίαν 96, καί αν η υπόθεσις αύτη περί της όψεως δεν είναι ορθή, ουδ’ αύτη η θεωρία περί της οσμής είναι ορθή.
5. Είναι λοιπόν φανερόν, ότι το υγρόν, το οποίον υπάρχει εις τον αέρα (διότι και ο αήρ είναι φύσει υγρός) καί εις το ύδωρ, δύναται να δεχθή τι εκ του ξηρού στοιχείον, όπερ έχει χυμόν, και να πάθη τι υπ’ αυτού. Προσέτι, εάν το ξηρόν στοιχείον, όταν τρόπον τίνα υγραίνηται, ενεργή εις τα υγρά ομοίως, όπως και εις τον αέρα 97, προδήλως αι οσμαί πρέπει να είναι ανάλογοι προς τους χυμούς. Και ακριβώς η αναλογία αύτη υπάρχει είς τινας οσμάς και χυμούς. Διότι υπάρχουσιν οσμαί δριμείαι και γλυκείαι και αυστηραί και στρυφναί και λιπαραί, και δύναταί τις να είπη ότι αι σαπραί οσμαί αναλογούσι προς τους πικρούς χυμούς. Διά τούτο, όπως δυσκόλως καταπίνει τις τους χυμούς εκείνους, ούτω δυσκόλως αναπνέει τας σαπράς οσμάς. Φανερόν είναι λοιπόν ότι η ποιότης, ήτις είναι ο χυμός εν τω ύδατι. αύτη είναι η οσμή εν τω αέρι και τω ύδατι. Και ένεκα τούτου το ψύχος και ο παγετός εξασθενίζουσι τους χυμούς και μηδενίζουσι τας οσμάς, διότι η ψύξις και η πήξις μηδενίζουσι την θερμότητα, ήτις είναι η κινητική και ποιητική αρχή των
χυμών και οσμών.
6. Είδη δε οσφραντών αντικειμένων είναι δύο, και κακώς λέγουσί τινες ότι δεν υπάρχουσι διάφορα είδη οσφραντών. Υπάρχουσιν· αλλά πρέπει να διορισθή κατά ποίον σημασίαν είναι τούτο αληθές και κατά ποίαν ψευδές. Τινά μεν αυτών, ως είπομεν, αντιστοιχούσι προς τους χυμούς και περιέχουσι το ευάρεστον και δυσάρεστον κατά συμβεβηκός (εμμέσως) 98. Διότι, επειδή οι χυμοί είναι πάθη της θρεπτικής δυνάμεως ημών, αι οσμαί αυτών είναι ευάρεστοι εις εκείνους, οίτινες επιθυμούσι, δυσάρεστοι δε εις εκείνους, οίτινες είναι κεκορεσμένοι και ουδεμίαν έχουσιν επιθυμίαν· ούτε πάλιν είναι ευάρεστος η οσμή εις εκείνους, εις ους η τροφή, ήτις έχει την ευάρεστον οσμήν, είναι δυσάρεστος. Ώστε αύται αι οσμαί δεν προξενούσιν, ως είπομεν, ηδονήν και λύπην ειμή κατά συμβεβηκός (εμμέσως), και διά τούτο είναι κοιναί εις πάντα τα ζώα. ’λλαι όμως εκ των οσμών 99 είναι ευάρεστοι 100 καθ’ εαυτάς, λ. χ. αι οσμαί των ανθέων. Διότι ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον παρακινούσιν αύται το ζώον εις την τροφήν, ουδέ συντελούσιν εις την επιθυμίαν αυτής, αλλά μάλλον το εναντίον. Διότι είναι αληθές εκείνο, όπερ είπεν ο Στράττις, σκώπτων τον Ευριπίδην: «Όταν βράζετε φακήν, να μη επιχύνετε μύρον». Όσοι δε σήμερον αναμιγνύουσιν εις τα ποτά τοιαύτας ουσίας βιάζουσι την ηδονήν κατά την συνήθειάν των, πιστεύοντες ότι η προερχομένη εκ των δύο αισθήσεων 101 ηδονή παράγεται εκ μιας μόνης αισθήσεως.
7. Το είδος τούτο λοιπόν της οσφρήσεως είναι ίδιον εις μόνους τους ανθρώπους, το δε συνδεόμενον με τους χυμούς είναι κοινόν και των άλλων ζώων, ως προείπομεν. Και επειδή αύται αι οσμαί είναι κατά συμβεβηκός ευάρεστοι, τα είδη αυτών κατατάσσονται σχετικώς προς τους χυμούς, αι άλλαι όμως όχι πλέον, διότι είναι φύσει καθ’ εαυτάς ευάρεστοι ή δυσάρεστοι. Αίτιον δε του να είναι ιδιάζουσα εις τον άνθρωπον η τοιαύτη οσμή, είναι η κατάστασις (ήτις επικρατεί) πέριξ του εγκεφάλου. Τω όντι, επειδή ο εγκέφαλος είναι φύσει ψυχρός, το δε αίμα των πέριξ αυτού φλεβών είναι μεν λεπτόν και καθαρόν, αλλά ψύχεται ευκόλως, (και διά τούτο η αναθυμίασις της τροφής ψυχομένη εις το μέρος τούτο γεννά τας ρευματικός νόσους), το τοιούτον είδος της οσφρήσεως ανεπτύχθη εις τους ανθρώπους, ίνα βοηθή την υγιείαν 102. Διότι ουδέν άλλο έργον έχει αύτη η οσμή παρά τούτο, και προδήλως τούτο το έργον εκτελεί.
8. Διότι η μεν τροφή 103, αν και είναι ευάρεστος, και η ξηρά και η υγρά, πολλάκις γεννά νόσον· αλλ’ η εξερχόμενη εκ τροφής ευώδους οσμή δεικνύει ό,τι είναι απολύτως ούτως ειπείν και πάντοτε ωφέλιμον εις ημάς οπωσδήποτε και αν είμεθα διατεθειμένοι.
9. Και διά τούτο η όσφρησις γίνεται διά της αναπνοής, ουχί μεν εις πάντα τα ζώα, αλλ’ εις τους ανθρώπους, και εκ των εχόντων αίμα εις τα τετράποδα και εις όσα έχουσι μείζον μέρος εις την χρήσιν του αέρος. Τω όντι, επειδή αι οσμαί φέρονται άνω προς τον εγκέφαλον διά την ελαφρότητα της θερμότατος ην έχουσι, τα πέριξ του οργάνου τούτου μέρη είναι υγιεινότερα. Διότι η δύναμις της οσμής είναι φύσει θερμή. Η φύσις μεταχειρίζεται την αναπνοήν προς δύο σκοπούς, κυρίως μεν προς βοήθειαν (των ενεργειών) του στήθους, παρέργως δε προς μετάδοσιν της οσμής. Διότι όταν το ζώον αναπνέη, εκτελεί ως εν παρόδω την διά των μυκτήρων κίνησιν.
10. Είναι δε ίδιον εις την φύσιν του ανθρώπου το είδος τούτο της οσφρήσεως, διότι ούτος, σχετικώς προς το μέγεθος του, έχει τον μέγιστον και υγρότατον εγκέφαλον εξ όλων των ζώων. Δια τούτο και μόνος, ούτως ειπείν, ο άνθρωπος εξ όλων των ζώων αισθάνεται μετά χαράς τας οσμάς των ανθέων και τας ομοίας με ταύτας. Διότι η θερμότης και η κίνησις των οσμών αυτών είναι σύμμετρος με την υπερβολήν της εν τω εγκεφάλω υγρότητος και ψυχρότητος.
11. Εις δε τα άλλα ζώα, όσα έχουσι πνεύμονας, ίνα αναπνέωσιν, η φύσις έδωκε την αίσθησιν άλλου είδους οσμής. διά να μη πλάση δύο αισθητήρια όργανα· είναι αρκετόν εις αυτά, όταν αναπνέωσι, να έχωσι την αίσθησιν μόνον του ενός είδους οσμών, ενώ οι άνθρωποι διακρίνουσι και τα δύο είδη.
12. Ότι δε τα μη αναπνέοντα έχουσι την αίσθησιν της οσμής, είναι φανερόν διότι και οι ιχθύες και όλον το γένος των εντόμων ακριβώς και μακρόθεν αισθάνονται τας οσμάς ένεκα της προς το θρεπτικόν σχέσεως της οσμής· και τοιούτόν τι κάμνουσιν αι μέλισσαι και το γένος των μικρών μυρμήκων, τους οποίους τινές ονομάζουσι σκνίπας. Και εκ των εν τη θαλάσση ζώων ας πορφύραι και πολλά άλλα των τοιούτων ζώων αισθάνονται μετ’ οξύτητος την τροφήν των εξ αιτίας της οσμής αυτής.
13. Με ποίον δε όργανον αισθάνονται δεν είναι επίσης φανερόν. Διά τούτο και δύναται τις να ερώτηση με ποίον όργανον αισθάνονται την οσμήν, εάν η όσφρησις γίνεται μόνον, όταν αναπνέωσι. Τούτο, τω όντι, φαίνεται ότι συμβαίνει εις όλα τα αναπνέοντα όντα. Εξ εκείνων όμως των ζώων ουδέν αναπνέει, αλλ’ όμως αισθάνεται την οσμήν. Εκτός εάν υπάρχη άλλη τις αίσθησις παρά τας πέντε. Τούτο όμως είναι αδύνατον, διότι η αίσθησις της οσμής είναι η όσφρησις. Εκείνα δε αισθάνονται την οσμήν· ίσως όμως ουχί κατά τον αυτόν τρόπον. Αλλ’ εις μεν τα αναπνέοντα η πνοή απομακρύνει ως σκέπασμα επικειμένην μεμβράνην, και δια τούτο, εάν δεν αναπνεύσωσι, δεν αισθάνονται την οσμήν. Εις δε τα μη αναπνέοντα λείπει το σκέπασμα τούτο, όπως συμβαίνει και εις τους οφθαλμούς· άλλα μεν ζώα έχουσι βλέφαρα, και αν ταύτα δεν ανοίξωσι, δεν δύνανται να βλέπωσιν. Όσα δε έχουσι σκληρούς τους οφθαλμούς δεν έχουσι βλέφαρα και διά τούτο δεν έχουσιν ανάγκην να ανυψώσι κάλυμμα, αλλά βλέπουσιν ευθύς άμα δύνανται να βλέπωσιν 104.
14. Ομοίως και οιονδήποτε των άλλων ζώων ουδέν υφίσταται δυσφορίαν διά οσμήν καθ’ εαυτήν αηδή 105, εκτός εάν τύχη να είναι επιβλαβής 106. Υπό τούτων δε ενίοτε φονεύονται, όπως και οι άνθρωποι αισθάνονται βάρος εις την κεφαλήν εκ του ατμού των ανθράκων και θανατόνονται πολλάκις· ούτως υπό της δυνάμεως του θείου και των ασφαλτωδών υλών θανατούνται άλλα ζώα και φεύγουσιν αυτάς εξ αιτίας του παθήματος τούτου. Περί της δυσωδίας όμως καθ’ εαυτήν αδιαφορούσιν εντελώς, αν και πολλά φυτά έχουσιν αηδείς τας οσμάς, εκτός εάν αύται επηρεάζωσι την γεύσιν ή την τροφήν.
15. Επειδή δε αι αισθήσεις είναι περιτταί κατά τον αριθμόν (πέντε), ο δε περιττός αριθμός έχει μέσον όρον, φαίνεται ότι η αίσθησις της οσφρήσεως είναι και αυτή εν τω μέσω αφ’ ενός μεν των δύο αμέσως απτομένων τα αισθητά, δηλαδή της αφής και της γεύσεως, και εξ άλλου των διά τινος διαμέσου αισθανομένων εμμέσως, ήτοι της όψεως και της ακοής. Διά τούτο και η οσμή είναι πάθος (ιδιότης) των τροφών, (διότι αύται ανήκουσιν εις τα απτά αντικείμενα) και προσέτι των ακουστών και των ορατών πραγμάτων, διότι αι οσμαί εν τω αέρι και εν τω ύδατι γίνονται επαισθηταί. Ώστε η οσμή είναι τρόπον τινά κοινή εις τα δύο ταύτα και ευρίσκεται εις το απτόν, το ακουστόν και το διαφανές. Δια τούτο καί ευλόγως παρομοιάζουσι την οσμήν με είδος βαφής και πλύσεως του ξηρού στοιχείου, όπερ είναι εν τω υγρώ και τω ρευστώ (αέρι).
16. Πώς λοιπόν πρέπει να νοώμεν τα είδη των οσμών και πως δεν πρέπει, αρκούσι τα ειρημένα.
17. Εκείνο δε το οποίον λέγουσί τινες εκ των Πυθαγορείων, ότι δηλαδή τινά ζώα τρέφονται με οσμάς, δεν είναι ορθόν. Διότι κατά πρώτον βλέπομεν ότι η τροφή είναι σύνθετος, διότι και τα τρεφόμενα όντα δεν είναι απλά. Διά τούτο και γίνεται περίττωμα της τροφής ή εντός των τρεφομένων, ή εκτός, όπως εις τα φυτά (η ρητίνη λ. χ.). Προσέτι ούτε το ύδωρ, εάν είναι μόνον και άμικτον, δύναται να τρέφη· διότι η ύλη, ήτις θα αφομοιωθή, πρέπει να έχη φυσικήν στερεότητα. Προσέτι είναι πολύ ολιγώτερον λογικόν να νομίζωμεν, ότι ο αήρ δύναται να γείνη στερεά ύλη. Και προς τούτοις βλέπομεν, ότι πάντα τα ζώα έχουσιν όργανον δεχόμενον την τροφήν, εκ του οποίου το σώμα μετά την είσοδόν της την αφομοιούται· αλλά της οσμής το αισθητήριον όργανον είναι εν τη κεφαλή, εισέρχεται δε εις αυτό η οσμή μετά αναθυμιάσεως εξ αέρος, και ούτω προχωρεί εις το αναπνευστικόν όργανον 107.
18. Ότι λοιπόν η οσμή ως οσμή ουδόλως συντελεί εις τροφήν, είναι φανερόν αλλ’ όμως και εκ της αισθήσεως και εκ των άνω ειρημένων είναι φανερόν, ότι βοηθεί εις την υγιείαν. Ώστε ό,τι είναι ο χυμός εις το θρεπτικόν όργανον και εις τα τρεφόμενα μέρη, τούτο είναι η οσμή προς την υγιείαν. Περί εκάστου λοιπόν των αισθητηρίων αρκούσιν οι τοιούτοι διορισμοί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς’.

Περί αισθητικού. Δύνανται άρά γε τα αισθήματα να διαιρώνται επ’ άπειρον, όπως τα αισθητά; Δυνάμει, είναι αισθητά τα απείρως μικρά μέρη των σωμάτων, ενεργεία όμως αισθανόμεθα αυτά μόνον, όταν έχωσι μέγεθος. Η οσμή και ο ήχος ενεργούσι πρότερον επί του διαμέσου στοιχείου και διά τούτου εις την αίσθησιν. Το φως όμως αισθανόμεθα ουχί ομοίως, αλλά εν τω άμα.
1. Δύναταί τις να ερωτήση: Εάν παν σώμα διαιρήται επ’ άπειρον, άρά γε επ’ άπειρον δύνανται να διαιρώνται αι αισθηταί ποιότητες των σωμάτων, δηλαδή το χρώμα και ο χυμός και η οσμή και ο ήχος και το βάρος, και το ψυχρόν καί το θερμόν, καί το σκληρόν καί το μαλακόν; Ή είναι αδύνατον τούτο; Τω όντι, έκαστον των αισθητών τούτων διεγείρει την αίσθησιν, καί πάντα έλαβον τα οικεία ονόματα, διότι δύνανται να θέτωσιν εις κίνησιν την αίσθησιν. Ώστε αναγκαίως η αίσθησις έπρεπε να διαιρήται επ’ άπειρον καί παν μέγεθος 108 να είναι αισθητόν. Διότι αδύνατον να ίδωμεν, ότι αντικείμενόν τι είναι λευκόν, εάν τούτο δεν έχη ποσόν τι (διαστάσεις).
2. Διότι αν άλλως είχε το πράγμα 109, θα ήτο δυνατόν να υπάρχη σώμα μη έχον μήτε χρώμα, μήτε βάρος, μήτε άλλην ουδεμίαν τοιαύτην ιδιότητα, επομένως ουδόλως θα ήτο αισθητόν, διότι αύται αι ιδιότητες συνιστώσι το αισθητόν και ούτω το αισθητόν θα συνέκειτο εκ μερών ουχί αισθητών. Αλλά σώμα αισθητόν αναγκαίως σύγκειται από αισθητά, διότι βέβαια δεν θα σύγκειται εκ μαθηματικών (αφηρημένων) στοιχείων.
3. Προσέτι με τί θα κρίνωμεν και θα γινώσκωμεν τα αισθητά ταύτα; ’ρά γε διά του νου; Αλλά ταύτα δεν είναι νοητά στοιχεία, και ο νους δεν νοεί τα. εξωτερικά πράγματα, εάν μη συνοδεύωνται υπό αισθήσεως 110.
4. Αλλά συνάμα ταύτα, εάν έχωσιν ούτως (αν τα σώματα σύγκεινται εκ μερών μη αισθητών), φαίνεται ότι συνηγορούσιν υπέρ των δεχομένων αδιαίρετα μεγέθη 111, διότι ούτω θα ελύετο το ζήτημα· Αλλά ταύτα είναι αδύνατα, περί αυτών δε έγινε λόγος εις τας περί κινήσεως πραγματείας.
5. Εκ της λύσεως όμως τούτων θα γείνη φανερόν και διά τί είναι περιωρισμένα τα είδη των χρωμάτων, του χυμού, καί των φθόγγων καί των άλλων αισθητών. Διότι εις τα σώματα, τα οποία έχουσι πέρατα, πρέπει καί αι εσωτερικαί ιδιότητες να έχωσι πέρατα, άκρα. δε είναι τα εναντία· καί παν ό,τι είναι αισθητόν έχει εναντίωσιν, λ.χ. εις το χρώμα εναντία είναι το λευκόν καί το μέλαν, εις δε τους χυμούς το γλυκύ και το πικρόν· καί εις τα άλλα πάντα τα αισθητά έσχατα πέρατα είναι τα εναντία.
6. Παν λοιπόν σώμα συνεχές δύναται να διαιρήται εις άπειρα μέρη άνισα, εις πεπερασμένα δε τον αριθμόν μέρη, αν ταύτα είναι ίσα 112. Το δε σώμα, όπερ δεν είναι συνεχές καθ’ εαυτό, διαιρείται εις είδη, τα οποία είναι περιωρισμένα.
7. Επειδή λοιπόν πρέπει τα πάθη (αι ιδιότητες) των σωμάτων να θεωρώνται ως είδη καί επειδή η συνέχεια υπάρχει πάντοτε εν αυτοίς, πρέπει να διακρίνωμεν το δυνάμει από του εν ενεργεία. Καί ούτω το μυριοστόν μέρος ενός κόκκου κέγχρου διαφεύγει την αντίληψιν ημών, καίτοι η όψις ημών το διήλθε· καί προσέτι ο ήχος της διέσεως 113 μας λανθάνει, καίτοι ακούομεν όλον το μέρος, όπερ είναι συνεχές. Αλλά το μεταξύ διάστημα από του μέσου προς τα άκρα διαφεύγει την αντίληψιν ημών. Ομοίως δε καί περί των απείρως σμικρών μεταξύ άλλων αισθητών, είναι δηλαδή καί ταύτα δυνάμει ορατά, αλλά ουχί εν ενεργεία καί όταν αποχωρισθώσιν· ούτως η γραμμή ενός ποδός δυνάμει υπάρχει εις την γραμμήν δύο ποδών, αλλ’ εν ενεργεία υπάρχει μόνον όταν χωρισθή. Όταν δε χωρίζωνται μεγέθη υπερβολικώς μικρά, ευνόητον είναι ότι διαλύονται εις τα σώματα τα περιέχοντα αυτά 114, καθώς ελάχιστος χυμός χάνεται όταν χυθή εις την θάλασσαν. Αλλ’ όμως, επειδή το υπερβολικώς μικρόν ποσόν λανθάνει την αίσθησιν, δεν είναι αισθητόν καθ’ εαυτό, ουδέ όταν είναι χωριστόν, διότι η λίαν μικρά ποσότης ενυπάρχει εις σώμα ακριβέστερον αυτής αισθητόν, ούτε τοιούτον τι αισθητόν δύναται να γείνη αισθητόν ενεργεία αν είναι χωριστόν, αλλ’ όμως είναι αισθητόν αντικείμενον, διότι είναι ήδη δυνάμει αισθητόν, καί θα γείνη και ενεργεία όταν προστεθή είς τι.
8. Είπομεν λοιπόν, ότι μεγέθη τινά καί ιδιότητες σωμάτων διαφεύγουσι την αντίληψιν ημών, καί εδείξαμεν διά τίνα αιτίαν καί προσέτι κατά ποίαν σημασίαν είναι αισθητά καί κατά ποίαν ουχί. Όταν όμως ήδη ταύτα υπάρχωσιν ούτω προς εαυτά, ώστε να είναι και ενεργεία αισθητά, ουχί μόνον εν τω όλω του σώματος, αλλά και όταν είναι χωριστά, αναγκαίως πρέπει να υπάρχωσι περιωρισμένα κατά τον αριθμόν καί χρώματα καί χυμοί καί ήχοι.
9. Δύναται τις να ερώτηση ακόμη, άρά γε τα αισθητά αντικείμενα 115 ή αι από των αισθητών προερχόμεναι κινήσεις, όπως δήποτε και αν γίνηται η αίσθησις 116, όταν είναι εκείναι εν ενεργεία, φθάνουσιν (επιδρώσιν) εις το διάμεσον πρώτον, ως φαίνεται ότι συμβαίνει εις την οσμήν καί τον ήχον διότι πρώτος αισθάνεται την οσμήν ο ευρισκόμενος πλησίον, και ο ήχος φθάνει εις το ούς τινος μετά τον κτύπον. ’ρα λοιπόν το αυτό συμβαίνει εις το ορατόν αντικείμενον καί το φως; Καθώς λέγει ο Εμπεδοκλής, το φως του ήλιου φθάνει πρώτον εις το μεταξύ στοιχείον πριν ή φθάση εις την όψιν ημών καί επί της γης. Τούτο δε φαίνεται μετά λόγου ότι συμβαίνει. Διότι παν ό,τι κινείται, κινείται έκ τινος τόπου προς άλλον, ώστε πρέπει να παρέλθη εξ ανάγκης χρόνος, καθ’ ον κινείται εκ του ενός εις τον άλλον. Αλλ» ο χρόνος είναι πάντοτε διαιρετός, ώστε υπάρχει χρόνος καθ’ ον η ακτίς του ηλίου δεν βλέπεται από ημάς ακόμη, αλλά φέρεται έτι εις το μεταξύ 117.
10. Αλλά και εάν παν πράγμα συγχρόνως ακούη καί έχη ακούσει, καί αν γενικώς το παρόν αίσθημα συνενούται με το πρότερον αυτού καί δεν υπάρχη γένεσις αυτών διαδοχική 118, αλλ’ όμως δεν έχουσι την πορείαν ταύτην ούτως, όπως και ο ήχος όστις, αφού ήδη έγεινε ο κτύπος, δεν έφθασεν ακόμη εις την ακοήν. Δεικνύει δε τούτο καί ο μετασχηματισμός των γραμμάτων εν τη γλώσση, διότι η κίνησις αυτών συμβαίνει εις το μεταξύ. Τω οντι οι ακούοντες φαίνονται ότι δεν ήκουσαν καλώς τα λεχθέντα, διότι ο αήρ κινούμενος μεταβάλλεται.
11. Ούτω λοιπόν συμβαίνει καί εις το χρώμα καί το φως 119; Βέβαια ουχί διά προσδιωρισμένην τινά θέσιν η μεν όψις δρα, το δε αντικείμενον οραται, ως να είναι ίσα πράγματα. Διότι τότε δεν ήθελεν είναι ανάγκη να είναι καί το εν καί το άλλο εις ωρισμένον μέρος· διότι εις τα πράγματα τα γενόμενα ίσα είναι αδιάφορον αν είναι πλησίον ή μακράν αλλήλων.
Ή ορθώς λέγεται ότι τούτο (η διαδοχική μετάδοσις) συμβαίνει ως προς τον ήχον και την οσμήν. Διότι όπως ο αήρ καί το ύδωρ, είναι και εκείνα συνεχή, αλλ’ όμως η κίνησις και των δύο είναι μεριστή. Διά τούτο και αφ’ ενός μεν είναι δυνατόν το αυτό πράγμα να ακούη καί να οσφραίνηται καί ο εγγύτατος καί ο απώτατος, καί αφ’ ετέρου δεν είναι δυνατόν 120. Τινές δε νομίζουσιν ότι υπάρχει δυσκολία καί περί τούτου, δηλαδή λέγουσιν ότι είναι αδύνατον άλλος τις να ακούη ή να ορα και να οσφραίνηται το αυτό πράγμα όπως εις άλλος· διότι δεν είναι δυνατόν πολλοί να ακούωσι καί να οσφραίνωνται ομοίως, όταν είναι χωριστοί, διότι άλλως το πράγμα, όπερ είναι εν, θα ήτο αυτό χωριστόν εαυτού 121. Ή δυνάμεθα να είπωμεν, ότι πάντες αισθάνονται το πρώτον κινήσαν την αίσθησιν λ. χ. τον κώδωνα ή τον λιβανωτόν ή το πύρ ως το αυτό και εν κατά τον αριθμόν, αλλά κατά τας ιδιότητας αυτού έκαστος, το αισθάνεται ως άλλο αριθμητικώς 122, το αυτό δε κατ’ είδος. Διά τούτο πολλοί συγχρόνως ορώσι το αυτό και ακούουσι καί οσφραίνονται. Ταύτα όμως (ήχος, οσμή) δεν είναι σώματα, αλλά πάθος και κίνησίς της, διότι άλλως δεν θα παρήγετο το φαινόμενον τούτο, αλλά δεν είναι καί χωρίς σώματος.
12. ’λλως όμως συμβαίνει εις το φως· διότι το φως υπάρχει, επειδή είναι ουσία τις, αλλ’ ουχί κίνησις 123. Εν γένει δε ουδέ η μεταβολή είναι ομοία με την κατά τόπον κίνησιν, διότι αι τοπικαί κινήσεις ορθώς λέγεται ότι κατά πρώτον φθάνουσιν εις το μεσολαβούν σώμα· ο ήχος π. χ. φαίνεται ότι είναι κίνησις πράγματος, όπερ μετατοπίζεται. Αλλά δεν συμβαίνει ομοίως και εις όσα μεταβάλλονται· διότι δύνανται να μεταβάλλωνται έκαστον ολόκληρον 124 και ουχί πρώτον κατά το ήμισυ, ως το ύδωρ λ. χ. όπερ δύναται να πήγνυται συγχρόνως όλον. Αλλ’ όμως, αν το θερμαινόμενον ή πηγνυόμενον είναι πολύ, δύναται να μεταβάλληται και να πάσχη εν μέρος υπό του μέρους του συνεχόμενου με αυτό, το πρώτον δε μέρος μόνον να μεταβάλληται υπό αυτού του προξενούντος την αλλοίωσιν σώματος. Και ούτω δεν είναι ανάγκη το αλλοιούμενον να αλλοιούται συγχρόνως όλον. Θα ησθανόμεθα δε την γεύσιν χυμού 125 ως αιίσθανόμεθα οσμήν, εάν εζώμεν εντός υγρού στοιχείου και ησθανόμεθα οσμάς μακρότερον, πριν ή θίξωμεν αυτό το σώμα.
13. Ευλόγως λοιπόν αι αισθήσεις αι γινόμεναι διά μεσολαβούντος σώματος, δεν αισθάνονται συγχρόνως (τα αισθητά αντικείμενα), πλην του φωτός, ένεκα των ειρημένων λόγων. Διά την αυτήν αιτίαν εξαιρείται και η όρασις, διότι το φως είναι το ποιούν αυτήν αίτιον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ’.

Δύναταί τις να αισθάνηται πολλά συγχρόνως; Μίξις κινήσεων. Μίξις πραγμάτων. Αδύνατος η σύγχρονος αίσθησις δύο πραγμάτων ομοειδών ή ετεροειδών. Περί συμφωνίας ήχων. Αισθανόμεθα, τα πράγματα εν τη ολότητι αυτών και ουδέν λανθάνει τας αισθήσεις ημών. Η ψυχή, μία ούσα, αντιλαμβάνεται διαδοχικώς πάντα, αλλά ουχί το αδιαίρετον.
1. Υπάρχει δε και άλλη απορία ως προς την αίσθησιν, η εξής: ’ρά γε είναι δυνατόν δύο πράγματα να αισθανώμεθα ομού εις την αυτήν και αδιαίρετον στιγμήν χρόνου ή όχι, εάν είναι αληθές ότι πάντοτε η μεγαλειτέρα κίνησις αφανίζει την μικροτέραν 126; Διά τούτο όταν τίθεται τι υπό τα όμματα, δεν αισθάνονται αυτό οι άνθρωποι, αν τύχη να συλλογίζονται τι βαθέως ή να φοβώνται ή να ακούωσι μέγαν ήχον. Τούτο λοιπόν έστω ομολογούμενον, και ακόμη, ότι έκαστον πράγμα δυνάμεθα να αισθανώμεθα ευκολώτερον, όταν είναι απλούν, παρά όταν είναι μεμιγμένον με άλλα, λ. χ. τον οίνον, όταν είναι άκρατος παρά κεκραμένος, και το μέλι και το χρώμα, και την νήτην όταν είναι μόνη παρά όταν είναι μεμιγμένη μέ την διά πασών, διότι τα αισθήματα επισκοτίζουσιν άλληλα εν τω μίγματι. Και τούτο συμβαίνει εις τα πράγματα εκ των οποίων γίνεται έν τι 127. Εάν λοιπόν η μεγαλειτέρα κίνησις αφανίζη την μικροτέραν, αναγκαίως, όταν είναι σύγχρονοι, και αυτή η μεγαλειτέρα θα είναι ολιγώτερον επαισθητή παρά εάν ήτο μόνη. Διότι η μικροτέρα αναμιγνυομένη αφαιρεί μέρος (της δυνάμεως) της μεγαλειτέρας, αν αληθεύη ότι όλα τα πράγματα, όταν είναι απλά, είναι περισσότερον αισθητά. Εάν δε αι κινήσεις είναι μεν ίσαι αλλά διάφοροι, δεν θα γείνη αισθητή ούτε η μία ούτε η άλλη, διότι η μία θα αφανίζη εξ ίσου την άλλην. Αλλά βεβαίως δεν δυνάμεθα να αισθανώμεθα αίσθησιν απλήν. Ώστε ή ουδεμία τότε θα υπάρχη αίσθησις, ή θα υπάρχη άλλη διάφορος αποτελουμένη εκ των δύο. Και τούτο φαίνεται ότι συμβαίνει εις τα αναμιγνυόμενα εφ’ όσον είναι μεμιγμένα.
2. Επειδή λοιπόν έκ τινων μεν 128 ενουμένων γίνεταί τι, εξ άλλων όμως δεν γίνεται, τα τελευταία είναι τα ανήκοντα εις αισθήσεις διαφόρους· (διότι μιγνύονται) μόνον τα πράγματα, των οποίων τα άκρα είναι εναντία 129. Αδύνατον δε εκ λευκού (χρώματος) και οξέος (ήχου) να γείνη μία ενότης, ει μη κατά συμβεβηκός (εμμέσως)· αλλά τότε η τοιαύτη ενότης δεν θα είναι όπως η αρμονία η αποτελούμενη εκ του οξέος καί του βαρέος. ’ρα ούτε είναι δυνατόν να αισθανώμεθα συγχρόνως τας ποιότητας ταύτας. Διότι, αν αι κινήσεις αυτών είναι ίσαι, αφανίζουσιν η μία την άλλην, αφού εξ αυτών δεν αποτελείται μία μόνη. Εάν δε είναι άνισοι, μόνον η ισχυροτέρα αυτών θα προξενήση αίσθησιν.
3. Διότι η ψυχή ήθελεν αισθανθή μάλλον δύο πράγματα συγχρόνως δι’ ενός μόνου αισθήματος, όταν είναι αισθητά υπό μιας μόνης αισθήσεως, λ. χ. το βαρύ και το οξύ, διότι η κίνηοις της μιας μόνης αισθήσεως θα εγίνετο συγχρόνως ευκολώτερον της των δύο διαφόρων, λ. χ. της όψεως καί της ακοής 130. Να αισθανώμεθα δε δύο πράγματα συγχρόνως διά μιας αισθήσεως είvαι αδύνατον, εκτός εάν ταύτα αναμιχθώσι 131, διότι το μίγμα τείνει πάντοτε εις έν (την ενότητα), και του ενός πράγματος δεν υπάρχει παρά μία αίσθησις. Η δε μία αίσθησις είναι μία χρονολογική μονάς. Ώστε εξ ανάγκης η ψυχή αισθάνεται συγχρόνως 132 τα μεμιγμένα πράγματα, διότι αισθάνεται διά μιας κατ’ ενέργειαν αισθήσεως. Τω όντι, το πράγμα όταν είναι αριθμητικώς εν, το αισθάνεται μία μόνη κατ’ ενέργειαν αίσθησις, το δε κατ’ είδος έν αισθάνεται η μία κατά δύναμιν αίσθησις 133. Και λοιπόν αν η αίσθησις είναι ενεργεία μία μόνη, η ψυχή θα υπολάβη ότι το αισθητόν είναι εν. Κατ’ ανάγκην άρα πρέπει να είναι μεμιγμένα τα αισθήματα. Όταν όμως δεν είναι μεμιγμένα, θα είναι δύο τα κατ’ ενέργειαν αισθήματα. Αλλά σχετικώς προς την μίαν δύναμιν και την αδιαίρετον στιγμήν χρόνου, αναγκαίως η ενέργεια πρέπει να είναι μία. Διότι η χρήσις καί η κίνησις μιας μόνης αισθήσεως εν μιά στιγμή είναι μία, όπως μία μόνη υπάρχει δύναμις αυτής.
Δεν είναι άρα δυνατόν να αισθανώμεθα δύο τινά συγχρόνως διά μιας μόνης αισθήσεως. Αλλά προσέτι, εάν δύο πράγματα υποπίπτοντα υπό την αυτήν αίσθησιν είναι αδύνατον να αισθανώμεθα συγχρόνως, φανερόν είναι ότι πολύ ολιγώτερον δυνάμεθα να αισθανώμεθα δύο πράγματα ανήκοντα εις δύο διαφόρους αισθήσεις, λ. χ. το λευκόν (χρώμα) καί τον γλυκύν (χυμόν) 134. Διότι φαίνεται ότι η ψυχή αντιλαμβάνεται το αριθμητικώς εν, διότι το αισθάνεται εις τον αυτόν χρόνον, αλλά το εν κατά το είδος 135 αντιλαμβάνεται δια της διακρινούσης αυτό αισθήσεως 136 καί διά του τρόπου (της ενεργείας) τούτου· 137 λέγω π. χ. ότι η αυτή αίσθησις κρίνει το λευκόν και το μέλαν, καίτοι διάφορα όντα κατά το είδος 138, η αυτή δε πάλιν καί το γλυκύ καί το πικρόν, αλλά διάφορος εις τας δύο περιπτώσεις 139. Καί άλλως μεν κρίνει έκαστον των εναντίων 140, εκάστη δε των αισθήσεων, ενώ αντιλαμβάνεται ομοίως τα αντίστοιχα ζεύγη 141 π.χ. όπως η γεύσις το γλυκύ, ούτως η όψις το λευκόν, καί όπως αύτη το μέλαν, ούτως εκείνη το πικρόν αντιλαμβάνεται.
4. Προσέτι εάν αι εν τη αισθήσει κινήσεις των εναντίων είναι εναντίαι προς αλλήλας καί εάν τα εναντία δεν δύνανται να υπάρχωσι συγχρόνως εις εν καί το αυτό άτομον, τότε όπου τα εναντία ανήκουσιν εις μίαν αίσθησιν, λ. χ. το γλυκύ καί το πικρόν, αδύνατον είναι να αισθανώμεθα ταύτα συγχρόνως 142. Ομοίως είναι φανερόν, ότι ουδέ τα μη εναντία 143 δυνάμεθα να αισθανώμεθα συγχρόνως, διότι εκ των χρωμάτων τα μεν μετέχουσι του λευκού τα δε του μέλανος 144. Ομοίως δε καί περί των άλλων αισθημάτων, λ.χ. εκ των χυμών, οι μεν ανήκουσιν εις το γλυκύ, οι δε εις το πικρόν. Ούτε πάλιν τα μεμιγμένα πράγματα δυνάμεθα συγχρόνως να αισθανώμεθα, διότι αι αναλογίαι αυτών έχουσι αναφοράν εναντίων, λ. χ. το διά πασών καί το διά πέντε, εκτός εάν τις αισθάνηται αυτά ως εν 145. Καί ούτω μόνον 146, ουχί δε άλλως, υπάρχει μία μόνη αναλογία άκρων. Διότι θα υπάρχη συγχρόνως λόγος του πολλού προς το ολίγον ή του περιττού προς το άρτιον, καί λόγος του ολίγου προς το πολύ ή του αρτίου προς το περιττόν. Εάν λοιπόν τα λεγόμενα σύστοιχα 147 αλλά όντα γένους διαφόρου απέχωσι καί διαφέρωσι μεταξύ των πολύ περισσότερον παρά τα του αυτού γένους, λέγω π. χ. το γλυκύ καί το λευκόν, τα οποία καλώ σύστοιχα, αλλά είναι διάφορα κατά το γένος, καί το μεν γλυκύ διαφέρει από το μέλαν κατά το είδος πολύ περισσότερον παρά το λευκόν, πολύ ολιγώτερον είναι δυνατόν να αισθανώμεθα συγχρόνως ταύτα παρά τα του αυτού γένους. Ώστε εάν ταύτα (του αυτού γένους δεν είναι συγχρόνως αισθητά), άρα ουδέ εκείνα (τα ετερογενή).
5. Εκείνο δε όπερ λέγουσί τινες των γραψάντων περί συμφωνίας των ήχων, ότι οι ήχοι δεν φθάνουσι συγχρόνως εις το ους, αλλά μόνον φαίνονται ότι φθάνουσι, καί ότι απατώμεθα διότι είναι ανεπαίσθητος ο χρόνος (ο χωρίζων έκαστον) ήχον, άρά γε λέγεται ορθώς ή όχι; Ίσως δύναται τις να είπη, ότι καί ενταύθα νομίζομεν ότι βλέπομεν καί ακούομεν συγχρόνως 148, διότι μας διαφεύγουσιν οι χρόνοι οι μεταξύ. Αλλά τούτο δεν είναι αληθές, ούτε. είναι δυνατόν να υπάρχη χρόνος μη αισθητός ή όστις μας διαφεύγει, αλλά δυνάμεθα να αισθανώμεθα πάσαν στιγμήν. Τω όντι, ότε τις αισθάνεται αυτός εαυτόν, ή ότε αισθάνεται άλλο τι εις συνεχή χρόνον, αδύνατον είναι να μη έχη ούτος συνείδησιν, ότι ύπαρχει (αυτός ή το άλλο), αλλ’ αν εις συνεχή χρόνον υπάρχη διάστημα τόσον μικρόν, ώστε να είναι όλως ανεπαίσθητον, φανερον είναι ότι τότε δεν θα είχεν ούτος συνείδησιν, ότι αυτός υπάρχει και ότι βλέπει και αντιλαμβάνεται αντικείμενόν τι ή ουχί 149. Προσέτι δεν θα υπήρχεν ούτε χρόνος ούτε πράγμά τι ούτε στιγμή χρόνου αισθητά, εκτός εάν εννοώμεν ούτω ότι δεν αισθανόμεθα παρά έν τινι μέρει του χρόνου τούτου, ή ότι δεν βλέπομεν παρά μέρος του αντικειμένου· αν υποτεθή ότι υπάρχει μέτρον χρόνου ή των αντικειμένων, όπερ γίνεται εντελώς ανεπαίσθητον διά την μικρότητα αυτών 150. Διότι εάν βλέπη τις το όλον, την γην, τότε αντιλαμβάνεται και όλον τον χρόνον εν τη συνεχεία αυτού και ουχί έν τινι των μεμονωμένων στιγμών του. Έστω ότι β γ παριστά το μη αισθητόν μέρος χρόνου 151. Αισθάνεταί τις άρα εν μέρει τινί του όλου ή ιδιαίτερον μέρος, καθώς π. χ. βλέπει την γην όλην, διότι βλέπει τούτο τo ωρισμένον μέρος αυτής και πόσον μακράν βαδίζει καθ’ όλον το έτος, διότι βλέπει πόσον βαδίζει καθ’ ωρισμένον μέρος αυτού 152. Αλλ’ όμως ουδέν αισθάνεται εν τω β γ. ’ρα λοιπόν, επειδή αισθάνεται έν τινι μέρει το όλον α β 153, λέγεται ότι αισθάνεται και το όλον, την γην όλην. Ο αυτός δε συλλογισμός εφαρμόζει και εις το α γ, διότι πάντοτε είς τι μέρος του χρόνου και μέρος τι του αντικειμένου αντιλαμβάνεταί τις, το όλον όμως είναι αδύνατον να αντιλαμβάνηται 154. Λοιπόν ολόκληρα αισθανόμεθα τα αισθητά 155, αλλά ταύτα δεν φαίνονται όσον είναι έκαστον. Ούτω βλέπει τις μακρόθεν το μέγεθος του ηλίου και αντικείμενόν τι τεσσάρων πήχεων. Ταύτα όμως δεν φαίνονται όσον είναι πράγματι μεγάλα. Αλλ’ ενίοτε φαίνονται αδιαίρετα και ημείς δεν βλέπομεν το αδιαίρετον. Η αιτία δε τούτου εξηγήθη εν τοις έμπροσθεν. Είναι λοιπόν φανερον, ότι δεν υπάρχει χρόνος μη ων αντιληπτός υφ’ ημών 156.
6. Περί δε της ειρημένης απορίας, αν δηλ. δυνάμεθα πολλά συγχρόνως αντικείμενα να αντιλαμβανώμεθα, ας εξετάσωμεν νυν. Λέγων «συγχρόνως» εννοώ ότι τα αισθήματα συμβαίνουσι προς άλληλα εις το αυτό μέρος της ψυχής και εις στιγμήν χρόνου αδιαίρετον. Πρώτον λοιπόν δυνάμεθα να αισθανώμεθα πολλά συγχρόνως, κατά ταύτην την σημασίαν, ότι αισθανόμεθα διά διαφόρων της ψυχής μερών και ουχί δι’ ενός αδιαιρέτου μέρους, διά μερών όμως, άπερ είναι αδιαίρετα ως αποτελούντα συνεχές όλον; Ή, ίνα πρώτον ομιλήσωμεν περί των ανηκόντων εις μίαν μόνην αίσθησιν, ως λ. χ. την όψιν, θα είπωμεν ότι, αν διάφορα χρώματα αντιλαμβάνηται διά διαφόρων μερών αυτής, θα έχη άραγε πολλά μέρη, ταυτά όμως κατά το είδος; 157 Διότι τα επανειλημμένα αισθήματα αυτών είναι του αυτού γένους 158. Αλλ’ εάν τις λέγη ότι, όπως τα δύο όμματα δεν εμποδίζουσι να βλέπωμεν το αντικείμενον εν, ούτω. και εν τη ψυχή παράγεται εκ τούτων μία ενότης καί μία ενέργεια, ουδέν εμποδίζει να θεωρώμεν την ψυχήν ομοίως. Εάν όμως εκ των δύο γίνεται μία μόνη αντίληψις, τότε εκείνο, όπερ αντιλαμβανόμεθα, θα είναι εν, εάν δε μένωσι κεχωρισμένα, τότε και το αποτέλεσμα θα είναι ομοίως διηρημένον. Προσέτι 159 αι αυταί αισθήσεις θα είναι πολλαί, όπως λέγομεν ότι αι επιστήμαι είναι διάφοροι 160. Διότι ούτε ενέργεια (αισθήσεως) υπάρχει χωριστά άνευ της αντιστοίχου δυνάμεως, ούτε υπάρχει αίσθησις χωριστά άνευ της δυνάμεως.
7. Εάν δέ τις δεν αισθάνηται συγχρόνως τα αισθήματα τα γινόμενα εις εν αδιαίρετον μέρος της ψυχής, φανερόν είναι ότι δεν θα αισθάνηται και τα άλλα συγχρόνως. Διότι είναι ευκολώτερον να αισθάνηταί τις πολλά ομογενή ή ετερογενή. Εάν όμως αισθάνηται δι’ άλλου μέρους της ψυχής το γλυκύ (χυμόν) και δι’ άλλου το λευκόν (χρώμα), το εκ των αισθημάτων τούτων προκύπτον θα είναι εν ή όχι έν. Αλλ’ είναι αναγκαίως εν, διότι εν είναι και το αισθητικόν όργανον της ψυχής. Ποία λοιπόν είναι η ενότης η αντιστοιχούσα προς το όργανον τούτο; διότι ουδεμία ενότης προκύπτει εκ τούτων, ήτοι γλυκέος και λευκού. Αναγκαίως λοιπόν εν είναι το μέρος της ψυχής 161, δι’ ου αισθάνεται τα πράγματα ως ολότητας, καθά προείπομεν, αλλά δι’ άλλου οργάνου αισθάνεται άλλο γένος αισθητών.
8. ’ρα εν μόνον όργανον είναι το μέρος, δι’ ου αισθανόμεθα το γλυκύ και το λευκόν, όταν αι ποιότητες αύται είναι ηνωμένοι, όταν δε αύται ενεργεία χωρισθώσι 162, τότε είναι διάφορον όργανον, όπερ αισθάνεται εκάστην αυτών. Ό,τι δε συμβαίνει εις ταύτα, συμβαίνει και εις την ψυχήν. Διότι εν και το αυτό αριθμητικώς είναι λευκόν και γλυκύ και κατέχει πολλάς άλλας ιδιότητας, εκτός εάν αι ιδιότητες θεωρηθώσιν ως χωρισταί απ’ αλλήλων 163. Αλλ’ όμως η ουσιώδης φύσις εκάστης είναι διάφορος. Ομοίως λοιπόν πρέπει να υποθέσωμεν και περί ψυχής, ότι το μέρος αυτής το αισθανόμενον πάντα είναι εν και το αυτό αριθμητικώς 164, αλλ’ έχει διαφόρους τρόπους εκδηλώσεως, άλλον όταν αισθάνηται τα ετερογενή 165 καί άλλον όταν αισθάνηται τα 166 ομοειδή. Ώστε αισθήσεις σύγχρονοι γίνονται εν μιά και τη αυτή δυνάμει της ψυχής, ουχί όμως εν μιά και τη αυτή σχέσει προς την δύναμιν ταύτην 167.
9. Ότι παν πράγμα αισθητόν έχει μέγεθος και ότι είναι αδύνατον να αισθανώμεθα το αδιαίρετον είναι ήδη φανερόν. Διότι η απόστασις, αφ’ ης πράγμα τι δεν δύναται να είναι ορατόν, είναι άπειρος, αλλ’ εκείνη εξ ης γίνεται ορατόν είναι πεπερασμένη. Ομοίως δε καί περί εκείνων, άτινα οσφραινόμεθα και ακούομεν, και περί εκείνων, άτινα αισθανόμεθα χωρίς να απτώμεθα αυτών. Υπάρχει έσχατόν τι σημείον αποστάσεως, εξ ου πράγμα τι δεν είναι ορατόν, και σημείον τι προσεγγίσεως, εξ ου είναι ορατόν. Αναγκαίως δε είναι αδιαίρετον το σημείον τούτο, και ό,τι είναι πέραν αυτού είναι αδύνατον να αντιληφθώμεν, ό,τι δε είναι εντεύθεν είναι αναγκαίως αντιληπτόν. Τω όντι, εάν αδιαίρετον τι είναι αισθητόν, όταν τούτο τεθή εις το έσχατον εκείνο σημείον, εξ ου δεν είναι αντιληπτόν, και πάλιν εις το σημείον, εξ ου άρχεται να είναι αντιληπτόν, τότε θα συμβή το αυτό πράγμα να είναι συγχρόνως ορατόν και αόρατον 168. Αλλά τούτο είναι αδύνατον.
10. Περί των αισθητηρίων λοιπόν οργάνων και περί των αισθητών αντικειμένων, κατά ποίον τρόπον υπάρχουσι πάντα ταύτα και γενικώς και μερικώς έκαστον επραγματεύθημεν. Εκ των λοιπών πρέπει πρώτον να εξετάσωμεν περί μνήμης και αναμνήσεως.

Σημειώσεις
(1) Εν τω Περί Ψυχής συγγράμματι.
(2) Των φυτών και των ζώων. Ο νους λ. χ. είναι ιδιαιτέρα λειτουργία, ενώ η θρέψις είναι κοινή εις πάντα.
(3) Φύσει πρώτα: είναι αι στοιχειώδης λειτουργίαι αι συνδεδεμέναι μετά της ζωής του σώματος, οπόθεv εξαρτώνται, η θρέψις και η ανάπλασις, όπως, και η εγρήγορσις, κ.λ.
(4) Εις τα ζώα, ων τινά μεν έχουσι πάσας ταύτας τας δυνάμεις, τινά δε ολίγας.
(5) Ουχί όμως και η ανάμνησις, ήτις ανήκει ιδία εις τον άνθρωπον.
(6) Εις τα ζεύγη ταύτα βιολογικών φαινομένων προστίθεται κατωτέρω και πέμπτον, η υγιεία και η νόσος. Αλλά περί τούτων δεν σώζεται ειδική πραγματεία του Αριστοτέλους.
(7) Λ. χ. Αυτή η αισθητικότης.
(8) Εις την αίσθησιν επακολουθεί το πάθος, η όρεξις, η ηδονή και η λύπη.
(9) Οίαι αι λειτουργίαι της αναπνοής κ.λ.
(10) Ο θάνατος και ο ύπνος.
(11) Εάν ο όρος λόγος εκληφθή ως σημαίνων τον ορισμόν, τότε μεταφράζεται διά του ορισμού της αισθήσεως και άνευ αυτού. Αλλά προφανώς λόγος δηλοί ενταύθα λογικήν απόδειξιν.
(12) Εκεί εξήγησεν ότι ο σκοπός της αισθήσεως είναι α) η διατήρησις του ζώου, β) αυτοί οι σκοποί ζωής υπερτέρας.
(13) Ο χυμός ως ιδιότης της τροφής επιδρά επί της θρέψεως. Αφή και γεύσις υπηρετούσι τους στοιχειώδεις ή κατωτάτους σκοπούς της ζωής.
(14) Ήτoι εμμέσως ως εξηγείται κατωτέρω. Καθ’ εαυτήν η ακοή αντιλαμβάνεται μόνον ήχους και είναι απλούν σύμβαμα εις την λειτουργίαν αυτής αν ο ήχος έχη σημασίαν.
(15) Αίτινες δύνανται και αυταί να προέλθωσιν εκ των αψύχων πραγμάτων.
(16) Η ακοή αμέσως δέχεται μόνους τους ήχους, η διάνοια δε μόνη εvvoεί τί δηλούσιν οι ήχοι, ήτοι την εν αυτοίς τεθείσαν έννοιαν.
(17) Διότι ο άνθρωπος μανθάνει περισσότερα από τον άνθρωπον και την κοινωνίαν, παρά από την φύσιν διά μόνων των προσωπικών του δυνάμεων.
(18) Ο Εμπεδοκλής, ο Αλκμέων, ο Δημόκριτος και ο Πλάτων.
(19) Βλέπε το τέλος της 3ης παραγράφου.
(20) Η ταχύτης της κινήσεως, δι’ ης διαιρείται ο οφθαλμός, κάμνει ώστε το όργανον να γίνηται δύο, και εν των μερών να ορά, το δε άλλο να οράται.
(21) Διότι μόνον εις το σκότος λάμπει η λεία επιφάνεια.
(22) Όταν δηλ. η κίνησις είναι ταχεία.
(23) Υπό του Πλάτωνος.
(24) Δηλ. ότι είναι κάτοπτρον η ψυχή.
(25) Αύτη είναι η γνώμη του Δημοκρίτου, ην ο Αριστοτέλης εv μέρει δέχεται.
(26) Επομένως φυλάττεται και το διαφανές του ύδατος, όπερ φυλάττει την ιδιότητα ταύτην κάλλιον του αέρος, διότι εivαι μάλλον στερεόν.
(27) Οία είναι τα έντομα.
(28) Ο Πλάτων, ίσως δε και ο Εμπεδοκλής και ο Πυθαγόρας.
(29) Εν τω περί Ψυχής ο Αριστοτέλης είπεν ότι το χρώμα θέτει εις κίνησιν το διαφαvές του αέρος ή του ύδατος. Το διαφανές κινηθέν παράγε εν τω οφθαλμώ την όψιν, ήτις εξαγγέλλεται εις την ψυχήν.
(30) Υπάρχει λοιπόν φως εντός του οφθαλμού, αλλά δεν εξέρχεται, ως λέγει ο Πλάτων, ίνα γίνηται η όρασις.
(31) Εν τω περί Ψυχής ο Αριστοτέλης εδίδαξεν, ότι η κοινή αίσθησις είναι το κέντρον, εις το οποίov καταλήγουσι πάντα τα αισθήματα και ένθα η ψυχή δύναται να τα συγκρίνη. Το αισθητικόν τούτο κέντρον δεν είvαι εις το άκρον εκάστου αισθητηρίου.
(32) Ουχί το εξωτερικόν, αλλά το εσωτερικό φως.
(33) Ταύτα μετά την κοπήν του vεύρου δεv δύνανται να διαβιβάσωσιν εις τον εγκέφαλον ουδεμίαν εντύπωσιν.
(34) Η ύλη του εγκεφάλου ενεργεία είναι η ψυχροτέρα πάντων των μερών του σώματος, δυνάμει όμως είναι θερμή, και δια τoύτo είναι εις σχέσιν με το όργανον της οσφρήσεως, όπερ είναι εκ πυρός.
(35) Η καρδία κατ’ Αριστοτέλην είναι το κέντρον των νεύρων και της αισθητικότητος. Και δια τούτο μετ’ αυτής μάλλον των άλλων αισθήσεων συνδέονται αι κυρίως ζωικαί αισθήσεις της αφής και της γεύσεως.
(36) Το αντικείμενον της αφής, το απτόν.
(37) Ή εμμέσως, διότι είναι χρεία πεπυρωμένου σώματος εντός του διαφανούς (αέρος), ίνα υπάρξη φως.
(38) Εις τα σώματα.
(39) Από των σωμάτων.
(40) Ήτοι της ιδιότητος του διαφανούς, ης το άκpoν όριον είvαι το χρώμα.
(41) Aδιόριστov λέγει, διότι το διαφανές δεν θεωρείται είς τι μερικόν σώμα, αλλά γενικώς.
(42) Το χρώμα είναι το άκρον όριον του διαφανούς.
(43) Αν και εν τω αέρι και εν τω ύδατι το διαφανές είναι όλως αδιόριστον, ο χρωματισμός γίνεται σχεδίν ως εις τα στερεά σώματα.
(44) Η λαμπρότης ην λαμβάνουσι εvioτε ο αήρ και το ύδωρ.
(45) Ως ο αήρ και το ύδωρ, άτινα δεν περατούνται αφ’ εαυτών, αλλά μόνον υπό των σωμάτων, τα οποία δίδουσιν όρια εις αυτά.
(46) Εάν λ. χ. θερώμεν τα αντικείμενα δια χρωματιστής υάλου, λαμβάνουσιν ως προς ημάς το χρώμα της υάλoυ ταύτης.
(47) Η εξωτερική όψις.
(48) και εις τα αδιόριστα και εις τα διωρισμένα σώματα.
(49) Λοιπόν παν σώμα είναι διαφανές, τ. έ. είvαι επιδεκτικόν χρώματος. Αύτη είναι η σημασία του διαφανούς παρά τω Αριστοτέλει, σημασία διάφορος της συνήθους, καθ’ ην διαφανές λέγεται το σώμα εκείνο, δι’ ου διέρχεται το φως. Το διαφανές παράγει το χρώμα, το δε φως μεταβάλλει το δυνάμει διαφανές εις ενεργεία διαφανές· άvευ του φωτός το διαφανές μέσov, αήρ ή ύδωρ, είναι σκοτεινόν. Ούτε όμως το χρώμα ούτε το φως ανήκει εις την ουσιώδη φύσιν του διαφαvoύς, όπερ δύναται οτέ μεν να χρωματίζηται ούτως, οτέ δε άλλως, και να στερήται φωτός εν περιπτώσει σκότους.
(50) Στερεώ. Ο ορισμός ούτος εκτείνεται επίσης και εις τα αδιόριστα, τον αέρα και το ύδωρ.
(51) Οία οι ατμοί και τα αέρια και εξ άλλου πάντα τα υγρά.
(52) Ως το έλατον.
(53) Το πυρ ή άλλη αρχή εν τω αιθέρι υποτίθεται ότι φωτίζει το διαφανές· η άρσις αυτής είναι σκότος ή στέρησις φωτός.
(54) Κατά τον Αριστοτέλην το λευκόν και το μέλαν είναι τα αρχικά χρώματα, άτινα συντελούσιν εις την γένεσιν των άλλων. Τα δύο ταύτα χρώματα είναι σύστοιχα του φωτός και του σκότους.
(55) Αλλ’ ούτω πώς δύναται να εξηγηθή το ερυθρόν και το κυαvούv ;
(56) Του λευκού και του μέλανος.
(57) Η υπερβολή και η έλλειψις μόνην προς αλλήλας αναφοράν έχουσι την αναφοράν ποσού μείζονος και ελάσσονος χωρίς να ορίζεται εις το ποσόν τούτο κανονική διάστασις.
(58) Οι διάφοροι συνδυασμοί του λευκού και του μέλανος πρέπει να παράγωσι πάντα τα άλλα χρώματα.
(59) Κατ’ αναλογίαν δυναμένην να διατυπωθή δι’ αριθμών.
(60) Δι’ επιθέσεως επ’ αλλήλων, ουχί διά παραθέσεως ως εν τω πρώτω τρόπω.
(61) Όπως εv τη πρώτηi θεωρία, ήτις εξηγεί την γένεσιν των χρωμάτων διά της υποθέσεως, ότι το λευκόν και το μέλαν τιθέμενα παρ’ άλληλα, κατά διαφόρους αναλογίας, παράγουσι τα άλλα χρώματα.
(62) Τ. έ. εν τη θεωρία, ήτις εξηγεί την γένεσιν των χρωμάτων δια της επιθέσεως των μεv επί των δε.
(63) To αποτέλεσμα λοιπόν είvαι το αυτό κατ’ αμφοτέρας τας θεωρίας.
(64) Εάν δεχθώμεν ότι τα μεγέθη του μέλανος και του λευκού, τα οποία εvoύvται, είναι ορατά και ουχί αόρατα.
(65) Εις ελάχιστα μέρη,ο Αριστοτέλης διακρίνει την μίξιν από της συvθέσεως. Η πρώτη γίνεται εις ομογενή μόρια και παρ’αγει όλον τι· απ’ εναν- τίας η σύνθεσις δύναται να είναι απλή μηχανική παράθεσις και παράγει άθροισμα ή σειράν.
(66) To υγρόν είvαι απαραιτήτως αναγκαίον εις την αίσθησιν της γεύσεως.
(67) Τούτο δύναται να νοήται και περi του ανθρωπίνου σώματος, όπoυ η αυτή τροφή παράγει μυς, vεύρα, οστά κ.λ., ή και περί των φυτών, ένθα ο χυμός του καρπού δεν είναι ο αυτός με τον του ξύλου, των φύλλων, των ριζών, ως εv τη συκή.
(68) Δια τηε επιδράσεως του ηλίου ή του πυρός.
(69) Τα περί του ελαίου είναι ίσως παρέμβλητα.
(70) Ήτοι τα υγρά τα έχοντα χυμούς.
(71) To δε ξηρόν είναι προ πάντων εv τη γη.
(72) Να έχη ταύτην ή εκείνην την ιδιότητα. Οι χυμοί λοιπόν παράγονται υπό τριών αιτιών ήνωμένων, του υγρού, του ξηρού και του θερμού.
(73) Στέρησιν λέγων νοεί τα εναντία· λ. χ. το γλυκύ είναι η στέρησις του πικρού.
(74) Kαl όπερ είναι το ξηρόν το αισθητόν υπό της γεύσεως.
(75) Εν ταις τροφαίς, ας δύναται να λάβη το ζώον.
(76) Λαμβάνει μόνον το γλυκύ μέρος.
(77) Η θερμότης επιδρά επί των ελαφρών μερών της τροφής, άτινα επιπλέουσι και τρέφουσι το ζώον, διότι είναι γλυκέα, τα δε πικρά και αλμυρά, βαρέα όντα, δεν εξατμίζονται υπό της θερμότητος και δεν εισέρχονται εις την θρέψιν.
(78) Εάν μη ενωθώσιν εις έν ο λιπαρός και ο γλυκός, θα είvαι οκτώ οι χυμοί.
(79) Το λευκόν και το μέλαν είναι ίδια της όψεως, τo τραχύ δε καί το λείον είναι κοιναί αντιλήψεις και της όψεως και της αφής·
(80) Κατά τον Δημόκριτον.
(81) ’λλη ένστασις κατά της δόξης του Δημοκρίτου, όστις τους χυμούς ανάγων εις σχήματα αδυνατεί να εξηγήση την αντίθεσιν των εναντίων χυμών.
(82) Ενώ οι χυμοί είναι περιωρισμένοι.
(83) Κατά την θεωρίαν του Δημοκρίτου.
(84) Καθ’ όν εξηγήθησαν τα χρώματα και oι χυμοί.
(85) Εις το προηγούμενον κεφ. § 9 ο Αριστοτέλης εξήγησε την αρχήν των χυμών. Tο υγρόν διηθείται δια του ξηρού και του γεώδους.
(86) Ο χυμός παράγει την οσμήν διαχεόμενος εις τον αέρα και εις το ύδωp, ένθα ευρiσκει μέσον κατάλληλον να αποσπάση και να μεταδώση αυτήν.
(87) Το έγχυμον υγρόν αποτελεί τους χυμούς, εξ ου γεννάται τo έγχυμον ξηρόν, όπερ αποτελεί τας οσμάς.
(88) Οσφραίνονται λ. χ. την λείαν των μακρόθεν.
(89) Δεν αναπνέουσιν όπως αναπνέουσι τα ζώντα εv τω αέρι, αναπνέουσιν όμως διά των βραγχίων.
(90) Οτι η οσμή προέρχεται εκ του χυμού εξάγεται εκ του ορισμού αυτής, όν έδωκεν ο Αριστοτέλης.
(91) Το άλας παριστά το ξηρόν στοιχείον.
(92) Ο χρυσός εθεωρείτο άοσμος, διότι δεv πρασβάλλεται υπό σκωρίας. (93) Δύο είδη αναθυμιάσεως διακρίνει ο Αριστοτέλης. Το έν προέρχεται εκ της γης και του αέρος, το δε εκ του ύδατος. Το πρώτον είναι η καπνώδης αναθυμίασις, διότι η γη είναι ξηρά, όπως και ο αήρ εν τη αρχή των.
(94) Ο ατμός προέρχεται εκ του υγρού· η αναθυμίασις εκ του ξηρού.
(95) Ίσως εννοεί την τέφραν και την ασβόλην.
(96) Ο Εμπεδοκλής και ο Πλάτων εξηγούν την όψιν δια των απορροιών (Kεφ. B. 4).
(97) Το ξηρόν στοιχείον παράγει την οσμήν εv τω αέρι όπως τον χυμόν παράγει εν τοις υγροίς.
(98) Διότι παρορμώσι το ζώον εις την τροφήν ή το απομακρύνουσιν απ’ αυτής.
(99) Τούτο είναι το δεύτερον είδος οσμών.
(100) Ή δυσάρεστοι.
(101) Ων η μία διά της γεύσεως και η άλλη διά της οσφρήσεως.
(102) Διότι θερμαίνει τον εγκέφαλον.
(103) Ή μάλλον η οσμή ήτις προέρχεται εκ του χυμού της τροφής.
(104) ’νευ κινήσεως βλεφάρων.
(105) Είπεν ανωτέρω ότι αι οσμαί είναι ευάρεστοι ή δυσάρεστοι αμέσως ή εμμέσως (κατά συμβεβηκός).
(106) Και τότε εμμέσως φεύγουσι την δυσωδίαν.
(107) Εις τους πνεύμονας, ενώ αν ηλήθευον αι θεωρίαι των Πυθαγορείων έπρεπε να εισχωρή εις τον στόμαχον.
(108) Οσονδήποτε μικρόν και αν είναι.
(109) Εαν δεν δεχθώμεν ότι παν μέγεθος πρέπει να είναι αισθητόν.
(110) Ο νούς voεί τα εξωτερικά μόνον διά των εικόvωv, ας η φαντασία σχηματίζει εκ της αισθήσεως.
(111) Οποίοι ήσαν οι ατομολόγοι Λεύκιππος και Δημόκριτος.
(112) Εάν σώματός τινος αφαιρεθεί το δέκατον και του υπολοίπου πάλιν το δέκατον και ούτω καθεξής, ο αριθμός των μερών του εμπορεί να είναι άπειρος. Εάv όμως αφαιρεθώσιν ίσα πάντοτε μέρη, το σώμα ταχέςς εξαντλείται εις δύο φοράς εάv λαμβάνωνται ημίση, εις τρεις φοράς αν λαμβάνωνται τρίτα κλπ. Και τα μεγέθη πάντα είναι απείρως διαιρετά, πας δε αριθμός δύναται να αυξάνηται απειράκις. Αλλ’ η απειρία αύτη των μεγεθών εivαι μόνον δυνάμει. Το απείρως ελάχιστον μόριον μόνον νοερώς υπάρχει.
(113) Η δίεσις ήτο το 1)4 εvός τόνου.
(114) Toπικώς.
(115) Κατά την Δημοκρίτειον θεωρίαν των απορροιών.
(116) Εξ οιουδήποτε αντικειμένου.
(117) Τα φως πολλών αστέρων φθάνει εις ημάς μετά πολλά έτη.
(118) Και αν έτι εις την αίσθησιν δεν υπάρχη διαδοχή αντιληπτή, υπάρχει πάντοτε εν αυτώ τω φαινομένω, ως δεικvύει ο ήχος, όστις δεν φθάνει εις την ακοήν ειμή μετά χρόνον.
(119) Το φως δηλ. και το χρώμα μεταδίδονται διαδοχικώς ή μας έρχονται διά μιας;
(120) Αντίφασις, ήτις λύεται εν τέλει της παραγράφου ταύτης.
(121) Διά να είναι αισθητόν υπό πολλών αντί ενός μόνου.
(122) Αύτη είναι η λύσις της αντιφάσεως.
(123) Το φως, ώρισεν ο Αριστοτέλης: (Περί ψυχής II VII) ενέργεια του διαφανούς, διαφανές δε το ειδικόν διάμεσον του φωτός, όπερ δεν είναι κίνησις τοπική, αλλά πάντως κίνησις αλλοιώσεως.
(124) Αύτη είναι η γνώμη του Αριστοτέλους, όστις κατ’ αρχήν δεν παραδέχεται ότι το φως του ηλίου απαιτεί χρόνον τινά ίνα φθάση εις την γην. Αλλά την γνώμην ταύτην περιορίζει είτα λέγων, ότι τα αλλοιούμενα δύνανται κατά μικρόν να αλλοιούνται και ουχί εv τω άμα, και το φώς φθάνει βαθμηδόν από του ηλίου εις ημάς.
(125) Υγρόν τι δύναται να αλλοιούται υπό χυμού, και μάζα ύδατος αλλοιούται βαθμηδόν από μέρους εις μέρος υπό του πυρός ή του ψύχους.
(126) Η αισθανομένη ψυχή, ή η αίσθησις, όταν ισχυρώς συγκινήται υπό τινος πράγματος, δεν αισθάνεται άλλο, όπερ συγκινεί αυτήν ολιγώτερον ζωηρώς.
(127) Όταν λ. χ. δύο χυμοί ή δύο χρώματα κλπ. ενούνται εις έv.
(128) Αισθημάτων.
(129) Ως το χρώμα, ου τα άκρα, το λευκόν και το μέλαν, είναι ενάντια, ή ο ήχος, ου τα άκρα είναι το οξύ και βαρύ.
(130) Δύο σύγχρονοι αντιλήψεις είναι αδύνατον να γείνωσιν υπό μιας και της αυτής αισθήσεως, αλλά μάλλον αδύνατος είναι ο συγχρονισμός αισθημάτων αναγομένων εις διαφόρους αισθήσεις.
(131) Καί τότε θα γείνωσιν εν.
(132) Καί τοτε δεν υπάρχει πλέον ειμή εν πράγμα καί ουχί δύo.
(133) Η δυνάμει και ουχί ενεργεία μία αίσθησις αισθάνεται το λευκόν καί το μέλαν, τα οποία κατ’ είδος είναι εν, ως ανήκοντα εις το χρώμα καί την όψιν, αλλά απαιτούνται δύο αισθήσεις ενεργεία, ίνα αντιληφθώσι πρώτον το λευκόν καί είτα το μέλαν. Η ενεργεία αίσθησις έχει αντικείμενον μίαν ποιότητα, το λευκόν λ. χ., αλλ’ η δυνάμει έχει εν γένος ποιότητος λ. χ. το χρώμα.
(134) Κατά τόν Αριστοτέλη τα διάφορα αισθήματα δύναται συγχρόνως να αισθάνηται η ψυχή μόνον διά της συγχωνεύσεως αυτών. Διά της συγχωνεύσεως όμως ταύτα ανάγονται εις ενότητα και η αισθητική εμπειρία είναι ενοποιητική.
(135) Π. χ. το λευκόν, όπερ είναι εν τω αυτώ γένει με το μέλαν, εν τω χρώματι.
(136) Π. χ. δια της όψεως, εάν πρόκηται περί διαφόρων χρωμάτων.
(137) Δηλ. δια της αισθήσεως, ην διεγείρει εις το όργανον. Η όψις λ. χ. δεν συγχέει το μέλαν με τo λευκόν, αν και είναι αμφότερα χρώματα, διότι το μεν εvεργεί διαφοροτρόπως παρά το άλλο.
(138) Είναι διάφορα είδη του χρώματος (γένους).
(139) Όταν κρίνη το εv των δύο χρωμάτων ή τον ένα των δύο χυμών.
(140) Διότι τα διακρίνει απ’ αλλήλων.
(141) Τα κατέχοντα ειs έκαστον γένος θέσν ανάλογον, π.χ. γλυκύ, λευκόν.
(142) Διότι τα πλείστα των αισθημάτων είναι εναντία.
(143) Τα οποία χωρίς να είναι εναντία μετέχουσιν όμως της φύσεως των εναντίων.
(144) Τα οποία είναι εναντία, ων μετέχουσι τα διάμεσα χρώματα.
(145) Kαl τότε δεν υπάρχει διπλή αίσθησις.
(146) Ότε τα δυο ενούνται εις εν μόνον.
(147) Ή ανάλογα.
(148) Eκ της μιας μόνης αισθήσεως, εις την οποίαν αρνείταί τις τον συγχρονισμόν, δύναται να μεταβή εις δύο διαφόρους, εις τας οποίας έτι μάλλον θα αρνηθή αυτόν.
(149) Η αντίφασις πηγάζει εκ της τεθείσης αρχής και δεικνύι το ψεόδος αυτής.
(150) Εάν δεχθώμεν ότι μέρος του χρόνου ή της εκτάσεως δεv είναι αντιληπτόν, αναιρούμεν ούτω πάσαν έννοιαν χρόνου και εκτάσεως· διότι εφαρμόζοντες τον αυτόν συλλογισμόν εις πάντα τα μέρη του χρόνου ή της εκτάσεως, θα καταστρέψωμεν πάντα διαδοχικώς.
(151) Πρέπει να έχωμεν υπ’ όψιν την γραμμήν α β γ.
(152) ’τοπον συμπέρασμα ως προς την έκτασιν. Τα επόμενα αναφέρονται εις τον χρόνον·
(153) α β είναι μέρος χρόνου ή εκτάσεως, όπερ υποτίθεται ως αντιληπτόν.
(154) Ούτως ο συλλογισμός ούτος καταστρέφει το μέρος το υποτεθέν ως αντιληπτόν, άμα δε και το υποτεθέν ως μη αντιληπτόν, και ούτως αίρεται πάσα έννοια χρόνου ή εκτάσεως.
(155) Χωρίς να, υπάρχη μέρος αυτών διαφεύγον τας αισθήσεις ημών.
(156) Κατά τον Αριστοτέλη ο χρόνος είναι μέτρον ή αριθμός κινήσεως· αλλά ούτε ο χρόνος ούτε ο αριθμός δύναται να υπάρχη άvευ του νου, όστις μόνος αριθμεί.
(157) Ούτω θα υπάρχωσιν εις την όψιν πολλά μέρη, τα οποία θα δύνανται να βλέπωσιν επίσης, και ουχί εν μόνον, όπερ δύναται να ορά πάντα τα ορατά.
(158) Δηλ. πάντα ορατά. Ούτως, επειδή τα αντικείμενα εivαι του αυτού γένους, τα μέρη της ψυχής τα αισθανόμενα αυτά πρέπει να είναι μεταξύ των ομοειδή.
(159) Εάν υποτεθή ότι δυνάμεθα να ορώμεν πολλά συγχρόνως διά διαφόρων μερών της ψυχής.
(160) Και επομένως δεν θα αισθάνηταί τις τα πράγματα συγχρόνως.
(161) Είναι η κοινή αίσθησις, ένθα τα επί μέρους αισθήματα συγχωνεύονται εις μίαν αντίληψιν. (Περί ψυχής III 11).
(162) Η κοινή αίσθησις, ήτις συvενoί και συγκρίνει τας αντιλήψεις των άλλων, δύναται να είναι ως το σημείον· αδιαίρετος μεν ως το κέvτρov εν ω συνενούνται αι διάφοροι γραμμαί, διαιρετή δε καθ’ όσον είναι η αρχή των μεν και το τέλος των άλλων.
(163) Ενώ τουναντίον είναι εν μιά και τη αυτή υποστάσει.
(164) Είναι η κοινή αίσθησις.
(165) Λ. χ. χρώματα και χυμούς.
(166) Λ. χ. το λευκόν και το μέλαν εκ των χρωμάτων, ή τον γλυκύν και τον πικρόν εκ των χυμών.
(167) Πράγματι μία μόνη δύναμις υπάρχει, αλλά δια του νου διακρίνομεν πολλούς τρόπους εμφανίσεως.
(168) Συμπέρασμα άτοπον, εξ ου αποδεικνύεται, ότι αι αισθήσεις δεν αντιλαμβάνονται ει μη το έχον διάστασίν τινα, το διαιρετόν.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 12/10/2007 in Φιλόσοφοι

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: